ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΜΕΡΑ

Για την αφύπνιση και την πνευματική αναγέννηση των Ελλήνων

Αγαπάτε Αλλήλους

Posted by lykofron στο 08/11/2010

Αυτές οι δυο λέξεις αποτελούν μια παροιμιώδη χριστιανική φράση την οποί­α χρησιμοποιούν πολλοί για να μας αποδείξουν ότι το μήνυμα του Χριστιανι­σμού εί­ναι η αγάπη, ότι η εντολή της αγάπης είναι η υπέρτατη εντολή και ότι ο Χριστιανι­σμός είναι η κατ’ εξοχήν θρησκεία της αγάπης.

Αυτή η φράση, ως έχει, εμφανίζεται μόνον στα εξής δύο κείμενα του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου όπου ο Χριστός εν μέσω «θεολογικών» λόγων λέγει: ΙΩΑΝΝΗΣ 13: 34-35, «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγά­πη­σα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους. εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μα­θη­ταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις.». ΙΩΑΝΝΗΣ 15: 11-17, «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα η χαρά η εμή εν υμίν μείνη και η χαρά υμών πληρωθή. αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς. μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυ­τού. υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν. ουκέτι υμάς λέγω δού­λους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο κύριος· υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάν­τα ά ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν. ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς, καί έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγητε και καρπόν φέρητε, καί ο καρ­πός υμών μένη, ίνα ό,τι αν αιτήσητε τόν πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν. Ταύ­τα εντέλλομαι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους.».

Για να δούμε λίγο τα κείμενα αυτά. Απ’ αυτά βλέπομε ότι την εντολήν αυτή την δίνει ο Χριστός στους μαθητές του και για του τους μαθητές τους, και ότι είναι μια καινούργια εντολή: «Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως και εγώ αγάπησα εσάς. Έτσι θα γνω­ρίζουν όλοι ότι είστε μαθητές μου.» Δεν έχει τον καθολικό χαρακτήρα της γενικής αγάπης ως Πλατωνικής Ιδέας. Ούτε υπονοείται η αγάπη όλων των ανθρώπων για όλους τους ανθρώπους. Είναι κα­θαρά μια εσωτερική εντολή, δηλαδή εντολή διά τους εντός της ομάδος των μαθητών. Εκ των υστέρων και κατ’ επέ­κταση γίνεται εντολή και γι’ αυτούς που θέ­λησαν να γί­νουν μαθητές κατά τις επιταγές του Χριστιανισμού. Είναι δηλαδή εντολή προς τους χρι­στι­ανούς και για τους χριστιανούς. Μπορεί η εντολή αυτή, όπως ανακοινώνεται, να ήταν καινούργια γι’ αυτήν την ομάδα, αλλά αυτό δεν ση­μαίνει ότι οι άνθρωποι δεν την είχαν σκεφτεί και προ­φέ­ρει πριν από την χριστιανική μεσσιανική κίνηση. Οι Στωικοί και άλλα φιλοσοφικά ρεύματα είχαν διακηρύξει την αγάπη πολύ πριν από τα Ευαγγέλια είτε με μερικό είτε με καθολικό ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Η έν­νοια της αγάπης είτε εντός μιας ομάδας είτε καθολικά υπήρχε ήδη. Δεν την πρωτο­δί­δαξε ο Χριστός στην ανθρω­πότητα. Η ιδέα της αγάπης ήταν ήδη γνωστή.

Η Ιστορία μας διδάσκει ότι η αγάπη των χριστιανών για τους χριστιανούς εί­ναι ότι χειρότερο παράδειγμα υπάρχει κατά της εννοίας της αγάπης. Με αυτό βεβαίως εννοούμε όλα όσα συνέβησαν μεταξύ των δια­φόρων χριστιανικών αιρέσεων και σχι­σμάτων. Η δε αγάπη των χριστιανών για μη χριστιανούς ξεπέρασε κάθε όριο φαντα­σίας σε εκδίκηση και θηριωδία. Τί να πρω­το­πούμε…! Όλα αυτά είναι τόσο γνωστά και καταγεγραμμένα που δεν θα καταπιαστούμε μαζί τους στο παρόν άρθρο. Όσοι δεν τα γνωρίζουν ας θελήσουν να τα μάθουν και να φροντίσουν να βρουν τις κατάλ­ληλες πηγές για να τα μελετήσουν. Ειδικά όμως, ήδη στην Καινή Διαθήκη συναντάμε διχόνοιες και φιλονικίες τό­σο με­ταξύ των μα­θη­τών όσο και εντός των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Εκ­τός του ότι ένας εκ των μαθητών έγινε προδότης, σύμφωνα με όλες τις σχετικές αφηγή­σεις για την προ­δοσία τις οποίες παραλείπομε εδώ ως πολύ γνωστές, έχομε και άλλα περιστα­τι­κά. Π. χ.:

Μάρκος 10: 35-41, «Και προσπορεύονται αυτώ Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ό εάν αιτήσωμεν ποιήσης ημίν. ο δε είπεν αυτοίς· τι θέλετε ποιήσαί με υμίν; οι δε είπον αυτώ· δος ημίν ίνα εις εκ δεξιών σου και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου. ο δε Ιη­σούς είπεν αυτοίς· ουκ οίδατε τι αι­τείσθε. δύνασθε πιείν το ποτήριον ό εγώ πί­νω, και το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι βα­πτισθήναι; οι δε είπον αυτώ· δυ­νά­με­θα. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· το μεν ποτήριον ό εγώ πίνω πίεσθε, και το βά­πτι­σμα ό εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· το δε καθίσαι εκ δεξιών μου και εξ ευ­ωνύμων ουκ έστιν εμόν δούναι, αλλ’ οίς ητοίμασται. και ακού­σαντες οι δέ­κα ήρξαντο αγανακτείν περί Ιακώβου και Ιωάννου.».

Παραθέτομε το ίδιο επεισόδιο και από τον Ματ­θαίον 20: 20-24, για να παρα­τηρήσομε και μερικές αντιφάσεις στις αφηγήσεις των δύο κειμένων: «Τότε προσήλθεν αυτώ η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου [όχι οι ίδιοι όπως λέγει ο Μάρ­κος] μετά των υιών αυτής προσκυνούσα και αι­τούσά τι παρ’ αυτού. ο δε είπεν αυτή· τι θέλεις; λέγει αυτώ· ειπέ ίνα καθί­σω­σιν ούτοι οι δύο υιοί μου εις εκ δε­ξιών σου και εις εξ ευωνύμων σου εν τη βα­σιλεία σου. αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουκ οίδατε τι αιτείσθε. δύνασθε πι­είν το ποτήριον ό εγώ μέλλω πίνειν, ή το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι βαπτι­σθήναι; λέγουσιν αυτώ· δυνάμεθα. και λέ­γει αυτοίς· το μεν ποτήριόν μου πίε­σθε, και το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι βα­πτισθήσεσθε· το δε καθίσαι εκ δε­ξι­ών μου και εξ ευωνύμων μου ουκ έστιν εμόν δούναι, αλλ’ οίς ητοίμασται υπό του πατρός μου. και ακούσαντες οι δέ­κα ηγανάκτησαν περί των δύο αδελ­φών.».

Ματθαίος 26: 6-16, «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λε­πρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κα­­τέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου. ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού ηγα­νάκτησαν λέ­γον­τες· εις τι η απώλεια αύτη; ηδύνατο γαρ τούτο το μύ­ρον πραθήναι πολλού και δο­θήναι τοις πτωχοίς. γνούς δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς· τι κόπους παρέχετε τη γυναικί; έρ­γον γαρ καλόν ειργάσατο εις εμέ. τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε. Βα­λούσα γαρ αύτη το μύρον τούτο επί του σώματός μου, προς το ενταφιάσαι με εποίησεν. αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγ­γέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ό εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής. Τότε πο­ρευ­θείς εις των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς εί­πε· τι θέλετέ μοι δούναι, και εγώ υμίν παραδώσω αυτόν; οι δε έστησαν αυτώ τριά­κοντα αργύρια. και από τότε εζήτει ευκαιρίαν ίνα αυτόν παραδώ. Βλέπε και Μάρκος 14: 3-11 και Ιωάννης 12: 1-8.

Πράξεις 5: 1-11, «Ανήρ δε τις Ανανίας ονόματι συν Σαπφείρη τη γυναικί αυ­τού επώ­λη­σε κτήμα και ενοσφίσατο από της τιμής, συνειδυίας και της γυ­ναι­κός αυτού, και ενέγ­κας μέρος τι παρά τους πόδας των αποστόλων έθηκεν. Εί­πε δε Πέτρος· Ανανία, δια­τί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σου, ψεύσα­σθαί σε το Πνεύμα το Άγιον και νοσφίσασθαι από της τιμής του χωρίου; ουχί μένον σοι έμενε και πραθέν εν τη σή εξου­σία υπήρχε; τι ότι έθου εν τη καρδία σου το πράγμα τούτο; ουκ εψεύσω αν­θρώ­ποις, αλλά τω Θεω. ακούων δε ο Ανανίας τους λόγους τούτους πεσών εξέψυξε, και εγέ­νετο φόβος μέγας επί πάντας τους ακούοντας ταύτα. αναστάντες δε οι νεώτεροι συ­νέστειλαν αυ­τόν και εξενέγκαντες έθαψαν. Εγένετο δε ως ωρών τριών διάστημα και η γυνή αυ­τού, μη ειδυία το γεγονός, εισήλθεν. απεκρίθη δε αυτη ο Πέτρος· ειπέ μοι, ει τοσούτου το χωρίον απέδοσθε; η δε είπε· ναί, τοσούτου. ο δε Πέτρος είπε προς αυ­τήν· τι ότι συνεφωνήθη υμίν πειράσαι το Πνεύμα Κυρίου; ιδού οι πό­δες των θα­ψάντων τον άνδρα σου επί τη θύρα και εξοίσουσί σε. έπεσε δε πα­ραχρήμα παρά τους πόδας αυτού και εξέψυξεν· εισελθόντες δε οι νεανίσκοι εύρον αυτήν νεκράν, και εξε­νέγ­καντες έθαψαν προς τον άνδρα αυτής. και εγέ­νετο φόβος μέγας εφ’ όλην την εκ­κλησίαν και επί πάντας τους ακού­ον­τας ταύτα.».

Μελετείστε τα τραγικότατα γεγονότα όπως περιγράφονται και εξυπακού­ον­ται στην Α΄ Προς Κο­ριν­θίους κεφάλαιο 5, με συνέχεια στην Β΄ Προς Κοριν­θί­ους κεφάλαιο 7.

Προς Γαλάτας 1: 7-9, «ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τινές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μεταστρέψαι το ευαγγέλιον του Χριστού. αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω. ως προει­ρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευαγγε­λί­ζε­ται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω.». 2: 11-14, «Οτε δε ήλθε Πέτρος εις Αντιόχειαν, κατά πρόσωπον αυτώ αν­τέστην, ότι κατεγνωσμένος ην. προ του γαρ ελθείν τινας από Ιακώβου μετά των εθνών συνήσθιεν· ότε δε ήλθον, υπέστελλε και αφώριζεν εαυτόν, φοβού­μενος τους εκ πε­­ριτομής. και συν­υπε­κρίθησαν αυτώ και οι λοιποί Ιουδαίοι, ωστε και Βαρνάβας συν­α­πήχθη αυτών τη υποκρίσει. Αλλ’ ότε είδον ότι ουκ ορθοποδούσι προς την αλήθει­αν του ευαγγελίου, είπον τω Πέτρω έμπροσθεν πάντων· ει συ Ιουδαίος υπάρχων εθνι­κώς ζής και ουκ ιουδαϊκώς, τι τα έθνη αναγκάζεις ιουδαϊζειν; …».  3: 1, «Ω ανόητοι Γαλάται, τις υμάς εβάσκανε τη αληθεία μη πείθεσθαι, οίς κατ’ οφθαλμούς Ιησούς Χριστός προεγράφη εν υμίν εσταυρωμένος;».  5: 12, «όφε­λον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.».

Προς Φιλιππησίους 4: 2-3, «Ευοδίαν παρακαλώ και Συντύχην παρακαλώ το αυ­τό φρονείν εν Κυρίω· ναί ερωτώ και σε, Σύζυγε γνήσιε, συλλαμβάνου αυ­ταίς, αίτινες εν τω ευαγγελίω συνήθλησάν μοι μετά και Κλήμεντος και των λοιπών συνεργών μου, ων τα ονόματα εν βίβλω ζωής.».

Β΄ Ιωάννου 10-12, «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε· ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς. Πολλά έχων υμίν γράφειν, ουκ ηβου­λή­θην δια χάρτου και μέλανος, αλλά ελπίζω ελθείν προς υμάς και στόμα προς στόμα λαλήσαι, ίνα η χαρά ημών ή πεπληρωμένη.».

Γ΄ Ιωάννου 9-10, «Έγραψα τη εκκλησία· αλλ’ ο φιλοπρωτεύων αυτών Διο­τρεφής ουκ επιδέχεται ημάς. δια τούτο, εάν έλθω, υπομνήσω αυτού τα έρ­γα α ποιεί, λό­γοις πο­νη­ροίς φλυαρών ημάς· και μη αρκούμενος επί τούτοις ούτε αυτός επιδέ­χε­ται τους αδελ­φούς και τους βουλομένους κωλύει και εκ της εκκλησίας εκβάλ­λει.».  13-14, «Πολλά είχον γράφειν, αλλ’ ου θέλω δια μέ­λανος και καλάμου σοι γράψαι· ελ­πίζω δε ευθέως ιδείν σε, και στόμα προς στόμα λαλήσομεν.».

Μελετείστε τις επτά Καθολικές Επιστολές και τα τρία πρώτα κεφάλαια της Αποκαλύψεως του Ιωάννου. Δεν έχει νόημα να παραθέσομε και να αναπτύ­ξο­με εδώ όλες τις ανα­φορές που αποδεικνύουν τις τότε σκληρές διαμάχες, απρο­σπέλαστες διαφορές ακόμα και άσχημους διαπλη­κτι­σμούς εντός των κα­τά τό­πων εκκλησιών και μεταξύ των υψηλά ισταμένων προσώπων τους. Αυτά είναι πράγματα που τα είδαμε ήδη και σε πολλές επι­στολές του Παύ­λου. Εκτός τού­των, αυτά τα κείμενα καταφέρονται και κατά των ήδη υπαρχουσών αιρέσεων, ψευ­δοδιδασκάλων, ψευ­δοπροφητών, κλπ., και επιζητούν τον απόλυτο διαχω­ρισμό των πιστών τους από τους απίστους ή τους αιρετικούς ή τους αλλο­θρή­σκους κλπ., πράγ­μα­τα που είχε υπερτονίσει και ο Παύλος, όπως είδαμε σε με­ρικές από τις πα­ραπάνω αναφορές.

Βλέπομε λοιπόν ότι η εντολή ως εδόθη στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον είναι καθαρή υπόθεση των με­λών της ομάδας. Ο Χριστός του Ιωάννη λέγει στους μαθητές του να αγαπά ο ένας τον άλλον για να σταματήσουν να τσακώνονται. Έτσι θα γνωρίζουν όλοι εκτός της ομάδας ότι είναι μαθητές του! Εκ των υστέρων και κατ’ επέκταση η εντολή ισχύ­ει για όσους επιθυμούν να είναι μέλη της χριστι­α­νι­κής κοινωνίας ή έθνους. Βλέ­πομε επίσης ότι εντός των κατά τόπους χριστιανικών κοι­νο­τήτων (εκ­κλη­σιών) υπήρ­χαν ήδη από τότε πολλές, επικίνδυνες και πολύ άσχημες φα­γωμάρες.

Όπως στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, το ίδιο ισχύει και για την αγάπη που κη­ρύσσεται από τον Ιωάννη στις τρεις επιστολές του. Από μία κριτική με­λέ­τη του Ευαγ­γε­λί­ου και των τριών Επιστολών του Ιωάννου βλέπομε ότι η εντολή της αγάπης απευ­­θύνεται μόνο προς τα μέλη των Ιωαννικών χρι­στιανικών κοινοτήτων τα οποία μά­λι­στα συνηγορούσαν επακριβώς μόνο με ό,τι έλεγε ο Ιωάννης. Αυτός καθόριζε την πί­στη εντός των κοινοτήτων του, εντός των οποίων υπήρ­χαν πολλές ισχυρές φα­γω­μά­ρες και διαφορές που έπρεπε να αποφευχθούν. Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Ιωάννης βρί­σκει σαν μέσο την διακή­ρυξη της αγάπης επενδυμένης με θεολο­γικό μανδύα. Αυτό που γράφει ο Ιωάννης 13: 34-35, «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλή­λους, καθώς ηγά­πη­σα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους. εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μα­θη­ταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις.» φαίνεται πως είναι δι­κό του τσιτάτο που το έβαλε στο στόμα του Ιησού για να πείθει τους πιστούς του. Πρώτον, κανείς άλλος μέ­σα στην Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει αυτήν «την καινήν εν­τολήν», ούτε ο παρών Ματθαίος. Δεύτερον, από μια ενδελεχή εννοιολογική ανάλυση αυτές οι λέξεις δεν φαίνονται να προήλθαν από το στόμα του Ιησού, τουλά­χιστον αυ­τού του Ιησού που περιγράφουν οι τρεις πρώτοι Συ­νοπτικοί Eυαγγελιστές. Γε­νι­κώς, ο Ιησούς του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου είναι ένας άλλος διαφορετικός και αλλι­ώτικος από τον Ιησού των τριών Συνοπτικών ή τον Ιησού του Παύλου. Αυτός ο Ιησούς είναι ένα κατασκεύασμα του Ιωάννου, δηλαδή φτιαγμένος με λόγια του Ιωάννου και για τις ανάγκες που ο Ιωάννης επειγόντως αντιμετώπιζε.

Ως γνωστόν, ο Ιω­άννης εκτός από θεολόγος έχει λάβει και τον τίτλο του Ευ­αγγελιστού της Αγάπης. Αυτά που γράφει στο Ευαγγέλιό του περί αγάπης συνηθίζει να τα γράφει ίδια και σε πολλά σημεία των τριών καθολικών Επιστολών του. Έτσι φαίνεται ότι όλα αυτά είναι κηρύγματα του ιδίου και όχι του Ιησού. Το ίδιο επιβε­βαι­ώνει και η χριστιανική παράδοση η οποία του αποδίδει την φράση «τεκνία αγαπάτε αλλήλους». Αυτήν, όπως μας λένε, συνήθιζε να λέγει στους φιλόνικους χριστιανούς της κοινό­τη­τάς του μέχρι που πέθανε σε βαθύ γήρας. Στις επιστολές του βλέ­πομε:

Α΄ Ιωάννου 3: 11, «ότι αύτη εστίν η αγγελία ην ηκούσατε απ’ αρχής, ίνα αγαπώμεν αλ­λήλους,».

3: 23, «και αύτη εστίν η εντολή αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του υιού αυτού Ιησού Χριστού και αγαπώμεν αλλήλους καθώς έδωκεν εντολήν.».  4: 7-12, «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστι, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν. εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού. εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών. Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν. Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται· εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν.».

Β΄ Ιωάννου 5-6, «και νυν ερωτώ σε, κυρία, ούχ ως εντολήν γράφων σοι καινήν, αλλά ήν είχομεν απ’ αρχής, ίνα αγαπώμεν αλλήλους. και αύτη εστίν η αγάπη, ίνα περιπα­τώμεν κατά τας εντολάς αυτού. αύτη εστίν η εντολή, καθώς ηκούσατε απ’ αρχής, ίνα εν αυτή περιπατήτε.».

Αν όμως κρίνομε τα περιεχόμενα του Ευαγγελίου του και των τριών Επιστο­λών του συνολικώς, τότε βλέπομε ότι όσοι δια­φω­νούσαν από την γραμμή ή έλεγαν ή προέτειναν κάτι άλλο έπρεπε να εξο­στρα­κι­σθούν και να μην τους βάζουν στο σπίτι τους ούτε να τους λένε καλημέρα (χαίρετε!). Κά­νετε τον κόπο να τα μελε­τή­σε­­τε προ­σε­κτι­κά. Στο μεν Ευαγγέλιο ο Ιωάννης παρουσιάζει έναν Χρι­στό να λέγει:

Iω­άν­νης 3: 18, «ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται, ο δέ μή πιστεύων ήδη κέκρι­ται, …». 3: 36, «… ο δε απειθών τω υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή του Θεού μένει επ’ αυτόν.». 5: 29, «και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύ­λα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως.». 8: 24, «είπον ουν υμίν ότι αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών· εάν γαρ μη πιστεύ­σητε ότι εγώ ειμι, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών.». 12: 48, «ο αθετών εμέ και μη λαμβάνων τα ρήματά μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος ον ελάλησα, εκείνος κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα·». 15: 6, «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συν­άγουσιν αυτά καί εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται.».

Στις δε Επιστολές του ο ίδιος ο Ιωάννης γράφει:

Α΄ Επιστολή Ιω­άννου 5: 10-12, «ο πιστεύων εις τον υιόν του Θεού έχει την μαρτυρίαν εν αυτώ· ο μη πιστεύων τω Θεω ψεύστην πεποίηκεν αυτόν, ότι ου πεπίστευκεν εις την μαρτυρίαν ην μεμαρτύρηκεν ο Θεός περί του υιού αυτού. και αύτη εστίν η μαρ­τυ­ρία, ότι ζωήν αιώνιον έδωκεν ημίν ο Θεός, και αύτη η ζωή εν τω υιώ αυτού εστιν. ο έχων τον υιόν έχει την ζωήν· ο μη έχων τον υιόν του Θεού την ζωήν ουκ έχει.».

Β΄ Επιστολή Ιω­άννου 7-11, «ότι πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον, οι μη ομο­λογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί· ούτός εστιν ο πλάνος και ο αν­τίχρι­στος. βλέπετε εαυτούς, ίνα μη απολέσωμεν α ειργασάμεθα, αλλά μισθόν πλήρη απο­λάβωμεν. πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει· ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει. ει τις έρ­χε­ται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οι­κί­αν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε· ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έρ­γοις αυ­τού τοις πονηροίς.».  «Έγραψα τη εκκλησία· αλλ’ ο φιλοπρωτεύων αυτών Διο­τρεφής ουκ επιδέχεται ημάς. δια τούτο, εάν έλθω, υπομνήσω αυτού τα έργα α ποιεί, λόγοις πονηροίς φλυαρών ημάς· και μη αρκούμενος επί τούτοις ούτε αυτός επιδέχεται τους αδελφούς και τους βουλομένους κωλύει και εκ της εκκλησίας εκ­βάλ­λει.».

Τί βλέπομε λοιπόν σ’ αυτά τα αποσπάσματα; Ο μεν Χριστός του Ιωάννη έχει ήδη κα­τα­δι­κά­σει όλους όσους δεν τον πιστεύουν στην μεν άλλη ζωή με αιώνιες τιμω­ρίες εις δε την παρούσα με την οργή του Θεού, εξοστρακισμό και φωτιά. Κύριε τάδε δεν μπορείς να μην πι­στεύεις σε μένα. Αλλιώς κάηκες! Ο δε Ιωάννης στις επι­στολές του διατάζει ότι όσοι δεν είναι σύμ­φωνοι με το κήρυγμά του πρέπει να τίθενται εκτός και να μην τους λέμε ούτε καλη­μέ­ρα ούτε να τους βάζομε στα σπίτια μας. «Τεκνία: Μόνο αυτά που λέω εγώ …, αλλιώς έξω.». Ακόμα βλέπομε ότι οι διαμάχες εντός των κοινοτήτων του Ιω­άν­νη πρέπει να ήταν πολύ ισχυρές και έτσι έπρεπε να βρει και να κάνει κάτι και να το θεμελιώσει θεο­λογικώς. Αυτό το κάτι στον Ιωάννη ήταν από τη μια μεριά το κήρυγμα της αγάπης και από την άλλη μεριά η εξαγγελία τιμωριών, απειλών, φό­βου και τρόμου. Ήταν λοιπόν εσωτερικό κήρυγμα, αφο­ρούσε δηλαδή μό­νο τα μέλη των κατά τόπους Ιωαννικών κοινοτήτων και ομάδων. Αυτά που γράφει ο Ιωάννης αντανακλούν τις καταστάσεις που υπήρχαν ήδη εντός των ιδικών του χριστι­α­νικών ομάδων και κοινοτήτων. Φαγωμάρες μεγάλες, αιρέσεις, ψευδοδιδάσκαλοι, ψευδοπροφήτες, τα­ραξίες, φιλοπρωτεύοντες, κλπ. Έτσι ο Ιωάννης τους παροτρύνει να έχουν αγάπη μεταξύ των την οποία επενδύει με θεο­λογική κάλυ­ψη ως εντολή δο­θείσα από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Δεν ξεχνά βε­βαίως να δώσει και ρητές σκληρές και αμετάκλητες εντολές για όλους όσους δημιουργούν οιαδήποτε προβλή­ματα. Πρέ­πει να αποβάλλονται πλή­ρως από την ομάδα και από τα σπίτια όλων που ανήκουν στην ομά­δα. Δεν θα τους λέτε ούτε «χαίρετε»! Εδώ τους περιμένει φωτιά σαν τις ξε­ρές κλημα­τόβεργες και εις τα επέκεινα αι­ώνια τιμωρία, κλπ.

Περιττό να αναγράψομε λεπτομέρειες από την Αποκάλυψιν του Ιωάννου. Δια­βάστε την. Γέμει από κάθε είδους ασχημίες, πληγές, απειλές, φόνους, φόβους, τρό­μους, διαστροφές, επιβλαβή έντομα, καταστροφές, λίμνες με πυρ και θείον και με μια μα­νιακή συμπλεγματική εκ­δι­κη­τικό­τη­τα ενός παντοδυνάμου και παναγάθου Θεού για τον οποίον ο Ιω­άννης έχει δη­λώσει «ότι ο Θεός αγάπη εστίν.» (Α΄ Ιωάννου 4: 8, 16, κλπ.)! Τέλος δεν παραλείπει την ανάδειξη της Νέας Εβραϊκής Ιερουσαλήμ την οποίαν οι χριστιανοί ερμήνευσαν διά με­ταφοράς ως κάποια ουράνια φανταστική πόλη. Πώς συμ­βι­βά­ζονται όλα αυτά; Μό­νον ο ίδιος ξέρει!

Μερικοί για να τα συμβιβάσουν επικαλούνται την θεία δικαιοσύνη. Αλλά τότε η αγάπη, όπως και η φιλευσπλαχνία ακόμα και η παντοδυναμία, περιορίζεται και δεν είναι ούτε το υψηλότερο ιδα­νικό και ούτε η πρώτη και ανώτερη εν­τολή. Από την άλ­λη μεριά τί σόι θεϊκή δι­και­ο­σύνη είναι αυτή για όποιον δεν ξέρει, ή είναι συνεχώς θύ­μα, ή δεν ημπο­ρεί να πι­στέ­ψει αυτόν τον Θεό για τους δικούς του λόγους; Είναι δί­καιο άρα­γε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κό­σμο να φέρει το προπατορικό αμάρ­τημα του Αδάμ και της Εύας; Ας μας πούνε επίσης αν ο προο­ρι­σμός είναι γνώρισμα θείας δικαιοσύνης ή θείας διακρίσεως; Είναι άραγε η εσαεί σκληρή και φρικτή τιμω­ρία ακόμα και για οποιονδήποτε αμαρτωλό ή άπιστο γνώ­ρι­σμα θεϊκής δικαιοσύνης ή φιλευσπλαχνίας; Αυτή η δι­καιοσύνη η οποία περιγράφεται στα θεία κείμενα, είτε της Παλαιάς είτε της Καινής Διαθήκης, είναι μια μα­νιακή, συμπλεγματική, και άκρατη εκδι­κη­­τι­κό­τητα και μια κτηνώδης σκληρότητα και τις πιο πολλές φορές άδικη. Αυτά όμως είναι ιδιότητες εντελώς ανάρμοστες προς το «Θείον»!

Οι άλλοι τρεις ευαγγελιστές, για μυστήριο λόγο, δεν έχουν καταγράψει αυτήν την «καινήν εντολή» όπως και τους λόγους του Ιησού προς τους μαθητές τους εντός των οποίων ευρί­σκε­ται, όπως αυτοί εκτίθενται στον Ιωάννη. Ακόμα και ο αυτόπτης μάρτυς Ματθαίος όχι μόνον δεν τους αναγράφει αλλά ούτε υποδεικνύει καν τίποτα απ’ αυτούς! Τί συμβαίνει άραγε εδώ, εφ’ όσον αυτή η υπέρτα­τη εντολή ήταν καινή;… Ο Ματθαίος την ξέχασε;…

Που και που συναντάμε στην Καινή Διαθήκη την αγάπη του Γιαχβέχ όπως την είχε ήδη θεσμοθετή­σει στον Μωσαϊκό Νόμο στην Παλαιά Διαθήκη. Έχο­με δηλαδή την αγά­πη που προ­έρ­χε­ται από τις δέ­κα εν­τολές Έξοδος 20: 1-17, Δευτερονόμιον 5: 1-33 και το Λευ­ι­τι­κόν 19: 18, 34, κ. α. Π. χ. στην Καινή διαβάζομε:

Ματθαίος 19: 19, «τίμα τον πατέρα και την μητέρα, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν.».

Μάρκος 12: 28-33, «Και προσελθών εις των γραμματέων ακούσας αυτών συζητούν­των, ιδών ότι καλώς αυτοίς απεκρίθη, επηρώτησεν αυτόν· ποία εστί πρώτη πάντων εντολή; ο δε Ιησούς απεκρίθη αυτώ ότι πρώτη πάντων εντολή· άκουε, Ισραήλ, Κύ­ρι­ος ο Θεός ημών Κύριος είς εστι· και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρ­δίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου. αύτη πρώτη εντολή. και δευτέρα ομοία, αύτη· αγαπήσεις τον πλη­σί­ον σου ως σεαυτόν. μείζων τούτων άλλη εντολή ουκ έστι. και είπεν αυτώ ο γραμ­μα­τεύς· κα­λώς, διδάσκαλε, επ’ αληθείας είπας ότι εις εστι και ουκ έστιν άλλος πλήν αυτού· και το αγαπάν αυτόν εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της συνέσεως και εξ όλης της ψυ­χής και εξ όλης της ισχύος, και το αγαπάν τον πλησίον ως εαυτόν πλείόν εστι πάν­των των ολοκαυτωμάτων και θυσιών.».

Λουκάς 10: 27, «ο δε αποκριθείς είπεν· αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν·».  Αυτά λοιπόν ήταν ήδη πολύ γνωστά μεταξύ των Εβραίων και δεν χρειαζόταν κάποιον Ιη­σού για να τους τα κάνει πιο γνωστά. Ο Ιησούς σ’ αυτά τα χωρία δεν τους είπε κάτι και­νούργιο. Απλώς αναμασάει τα ήδη γεγραμμένα. Αν μελετήσετε ολόκληρα τα κεί­με­να θα δείτε ότι μόνο στη συνέχεια προσέθεσε με­ρικές άλλες εντο­λές τελείως ιδι­ω­τι­κού χα­ρακτήρα.

Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη η εντολή της αγάπης είναι και εκεί εσωτε­ρι­κή εντολή και τίποτα παραπάνω. «Η αγάπη προς τον πλησίον» του Λευιτικού απευ­θύ­νεται μό­νον προς τον πλησίον Ισραηλίτη και κανέναν άλλον. Πρέπει να το ξεκαθαρί­σομε ότι «πλη­σί­ον» για τον Γιαχβέχ και τους Εβραί­ους της «θεόπνευστης» Παλαιάς Διαθήκης ήταν συ­νώ­νυ­μος με τον «γεί­το­να» Ισ­ρα­ηλί­τη. Διά τούτο ο «ξέ­νος μέ­σα στη πε­ρι­φέ­ρεια» του Ισ­ρα­ήλ, πα­ρά τις ορι­σμέ­νες αρ­χές «ε­νός νό­μου» για Ιου­δαίο ή Εθνι­κό, υπέκει­το σε με­ρι­κές πε­ρί­ερ­γες δια­κρίσεις. Στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 23: 19-20 ή 20-21 δια­βά­ζου­με: «δεν θα δα­­νεί­σεις με τό­κο στον αδελ­φό σου (Ε­βραί­ο) … Στον ξέ­νο μπο­ρείς να δα­νεί­σεις με τό­κο.». Άλλο σημείο: Οι εκλε­κτοί απα­γο­ρευό­ταν να φά­νε πτώ­μα νε­κρού ζώ­ου που βρέ­θη­κε κα­τά τύ­χη, για τους προφα­νείς λό­γους. Αλ­λά όπως μας λέ­ει το θε­ϊ­κό Δευ­τε­ρο­νό­μιον 14: 21: «Θα το δώσεις στον ξέ­νο που βρί­σκε­ται εντός των πυ­λών σου για να το φά­ει, ή μπο­ρεί­τε να το που­λή­σε­τε σε μη Ισ­ρα­ηλί­τη.». Ακόμα: Οι Εκλε­κτοί δεν μπο­ρούσαν να αγο­ρά­σουν Εκλε­κτούς για δού­λους εκτός και μό­νο για επτά χρό­νια δη­λα­δή «μέ­χρι του Ιω­βη­λαί­ου έτους». Αλ­λά ο Γιαχβέχ θε­σπί­ζει νό­μο ότι μπο­ρούν να αγο­ρά­ζουν ει­δω­λο­λά­τρες και ξέ­νους που ζουν ανά­με­σά τους για ισό­βια δου­λεί­α, όπως μας λέ­ει το Λευιτικόν 25: 44-45. Οι δε περιγραφές μεταχειρίσεως των δούλων από τους Εκλεκτούς σε πολλά εδάφια του ιερού και θεοπνεύστου βιβλίου εί­ναι τα καλλίτερα παραδείγματα προς αποφυγήν! (Βρείτε τα και μελετήστε τα!)

Ακόμα στην «αγία» Παλαιά Διαθήκη έχομε: Έ­νας άν­δρας που εί­χε την κα­κο­τυ­χία να πάθει ζημιά στα γεννη­τικά του όργανα εί­ναι διά πα­ντός αφο­ρι­σμέ­νος από την αγία κοι­νω­νία του Γιαχ­βέχ, όπως μας το δηλώ­νει ρη­τά το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 23: 1-2 (αν και έρ­χε­ται σε κα­τά­φο­ρη αν­τί­φα­ση με τον Ησα­ΐα 56: 3-5. Βλέπετε στον Εβραιο­χριστιανισμό οι θεόπνευστες αντιφά­σεις είναι περισσότερο πανταχού παρούσες από το Άγιο Πνεύμα!). Κατ’ αυ­τόν τον τρό­πο, ο άνδρας που πι­θα­νώς γεν­νή­θη­κε με αυ­τό ή άλ­λο σω­ματι­κό ελάτ­τω­μα, ενώ δεν φταί­ει, έγι­νε τα­μπού, και όπως μας εξη­γεί το Λευ­ι­τι­κόν 21: 16-23 τίθεται πάλι εκτός. Ακόμα: «Το μπά­σταρ­δο παι­δί δεν θα προ­σέλ­θει στη συ­νά­θροι­ση του Γιαχ­βέχ, αυ­τό και οι από­γο­νοί του μέ­χρι δε­κά­της γε­νε­άς», όπως μας το δη­λώ­νει ρητά το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 2-3. Το ίδιο ισχύει και διά παντός δια κάθε Αμμανίτη και Μωαβίτη, (εξαδέλφια των Εκλεκτών μέσω του αγίου Λωτ).

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο στο να εκθέσομε την έννοια της «αγάπης» κατά τον Θεόν Γιαχβέχ της Πα­λαιάς Διαθήκης, Πατέρα της Εβραϊκής, Χρι­στι­α­νι­κής και Μουσουλμανικής Θρησκείας. Είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο εκδικητικότητας, οργής, πολεμο­φι­λίας, βαρβαρότητας, συμπλεγματισμού και όλα τα συνώνυμά των. Οι θηριωδίες, κτηνωδίες, φό­νοι, δο­λιότητες, απάτες, κλπ, ευρίσκονται πολύ πέραν κάθε εννοίας αγά­πης, ανεκτικότητας, συγ­γνώμης, ανοχής και των ιδιοτήτων της θεότητας. Μόνο στον χώρο της μανίας, κακίας, συμ­πλεγματισμού, ψυχοπάθειας και τρέ­λας μπορούμε να βρού­με τέτοια και τόσο πολλά απαίσια γε­γο­νότα. Πρόκειται για ένα θέ­μα προς το οποίο η χριστια­νική θεολο­γία ποιεί τη νύσ­σα όσο ημπορεί. Δεν ημπορεί βεβαίως συ­νεχώς να υπεκ­φεύγει και έτσι οσάκις τεθούν τα σχε­τικά ερωτηματικά στους χρι­στι­α­νούς ειδι­κούς, ακούμε τις πιο απίθανες ψευδο-α­παντή­σεις και ψευδο-δι­καιολογήσεις. Παρα­λείπομε το να εκθέ­σο­με όλα αυτά λόγω οικονομίας χώρου και επειδή είναι πολύ γνω­στά στους με­λε­τη­μένους. Πάρα πολλά εξαιρετικά πονή­ματα έχουν γραφτεί επ’ αυτών των ζητημάτων από σπουδαίους μελε­τη­τές παγκοσμίως. Δεν χρειάζεται να προσθέσο­με άλλο ένα. Όσοι πάλι δεν τα γνωρίζουν τότε οφείλουν να με­λετήσουν την Παλαιά Διαθήκη με υπο­­μο­νή και επι­μο­νή (διότι είναι ένα εξόχως βα­ρετό και κακογραμμένο βιβλίο) και ας ανακοι­νώσουν τα συμπεράσματά τους. Πλην όμως η χρι­στι­α­νι­κή θρη­σκεία και θεολογία, όπως και ο Ιη­σούς Χριστός και ο αλλο­πρόσαλλος Απόστολος Παύλος (π. χ. Ματ­θαίος 5: 18, Λου­κάς 16: 17, Προς Γαλάτας 3: 24, κλπ.), πα­ρα­δέ­χον­ται τον βάρβαρο Μωσαϊκό Νό­μο και την Πα­λαιά Δι­α­θήκη γε­νικότερα χω­ρίς να απορ­ρίπτουν ένα ιώτα ή μίαν κεραία! (Για να λάβετε μια γεύση της αλλοπρο­σαλλοσύνης του Από­στολου Παύ­λου και των «θεοπνεύστων γρα­φών», προ­σέξετε τις παρακάτω αναφορές με την σειρά που τις παραθέτομε: Πρά­ξεις 13: 39, Ματ­θαί­ος 5: 17-18, Προς Ρω­μαί­ους 6: 14, 7: 1, 6, Προς Γα­λά­τας 3: 10, Προς Ρω­μαί­ους 4: 14-15, Προς Γα­λά­τας 3: 19, Α΄ Ιω­άν­νου 3: 4, Προς Ρω­μαί­ους 7: 12, 14, Προς Γα­λά­τας 7: 22-23, Προς Ρω­μαί­ους 3: 19.).

Όλες οι εντολές της Παλαιάς Διαθήκης είναι εσωτερικές τοιούτες, δηλαδή δο­σμένες για τους Εκλεκτούς και αφορώσες μόνο αυτούς και κανέναν άλλον. Χωρίς να επεκταθούμε, για να μην ξεφύγομε πολύ από το παρόν θέμα μας, αναφέρομε για πα­ράδειγμα την εντολή του δεκαλόγου «ού φονεύσεις». Μετά όμως, σε ένα τεράστιο πλήθος σημείων απαντάμε τον ίδιον τον Γιαχβέχ ή τον αντιπρόσωπό του ή τον Νόμον του να δίνει την εντολή «να φο­νεύ­σεις…», ακόμα και για τιποτένιους, παιδαριώδεις, παράλογους και άδικους λόγους. Τις πιο πολλές φορές πρόκειται για περιπτώσεις μη Εκλε­κτών, αλλά και τα πα­ραδείγματα Εκλεκτών φονευθέντων κατ’ εντολή του Γιαχ­βέχ, του αντιπροσώπου του και της νομοθεσίας του, δεν είναι καθόλου λίγα σ’ αυτόν τον τεράστιο, αποτρόπαιο και αισχρότατο κατάλογο φόνου και θηρι­ω­διών. Αυτός ο κατάλογος και όχι το «αγαπάτε αλλήλους» είναι ο πρόδομος των άνευ προηγουμένου χρι­στι­ανικών θηριωδιών και από αυτόν οι χριστιανοί αντλούν πολλές θεολογικές και θεωρητικές δικαιολογήσεις των αγριοτάτων πράξεών τους. Οι παντός είδους δικαιο­λογήσεις επεξε­τάθησαν, αν ήταν δυνατόν, στην Καινή Διαθήκη και στην Παράδοση των Πατέρων! (Παραλεί­πομε τις πολυ­άριθμες και τις σχετικά γνωστές και αντιπρο­σωπευτικές ανα­φορές, τις οποίες έχομε καταγράψει σε άλλες εργασίες μας. Αν δεν τις γνωρίζετε, κα­λά θα κάνε­τε να μην αδρανήσετε αλλά να μελετή­σετε προσεκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος το εξό­χως βαρετό και κα­κο­γραμμένο, αν και «θεό­πνευ­στο», βι­βλίο της Πα­λαιάς Δια­θήκης ή να συζητήσετε με κά­ποιον που τις γνωρίζει.).

Μέσα στη Βίβλο, μόνο στον Λουκάν 10: 28-37 δίδεται η ηθική παραβολή του «Καλού Σαμα­ρεί­του» όπου η έννοια του «πλησίον» και της φροντίδας γι’ αυτόν παίρ­νει γενικότερη και ανθρω­πι­στι­κή μορφή. Να που επί τέλους βρήκαμε και κάτι πιο γενικό, ηθικό[1] και ανθρωπιστικό· όχι όμως και πρωτό­γνωρο. Σημειωτέον ότι αυτή την παραβολή μας την δίδει μόνο ο Λουκάς, ο οποίος ήταν χριστιανός εξ εθνικών και ομι­λεί διά Σαμαρείτη και όχι Ιουδαίο! Αυτά τα δύο στοιχεία δεν είναι απλώς σύμπτωση αλλά έχουν με­γάλη σημασία. Παρατηρούμε δηλαδή ότι μόνον ένας πρώην εθνικός δί­δει αυτή την γενικο­τέ­ρας ανθρωπιστικής σημασίας παραβολή, διά μέσου ενός Κα­λού Σαμαρείτου, κλπ.

Στην «Επί του Όρους Ομιλία» ο Ιησούς μας δι­δά­σκει μια ασυγκράτητη και άνευ όρων αγάπη και καμία αντίδραση κατά του κακού.

Ματ­θαί­ος 5: 39-47, «Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρω· αλλ’ όστις σε ρα­πί­σει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κρι­θήναι και τον χιτώνά σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· και όστις σε αγγαρεύσει μίλιον εν, ύπαγε μετ’ αυτού δύο· τω αιτούντί σε δίδου και τον θέλοντα από σου δα­νείσασθαι μη αποστραφής. ’Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους κα­τα­ρω­μένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεα­ζόντων υμάς και διωκόντων υμάς. όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρα­νοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. εάν γαρ αγαπήσητε τους αγαπώντας υμάς, τίνα μισθόν έχε­τε; ουχί και οι τελώναι το αυτό ποιούσι; και εάν ασπάσησθε τους φίλους υμών μόνον, τι περισσόν ποιείτε; ουχί και οι τελώναι ούτω ποιούσιν;».

Βλέπε και Λου­κάς 6: 27-29, 35. Τα ίδια περίπου λέει και ο Παύλος στην Προς Ρω­μαίους 12: 14, 17-21.

Ακόμα: Ματθαίος 18: 21-22, «Τότε προσελθών αυτώ ο Πέτρος είπε· Κύριε, ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; έως επτάκις; λέγει αυτώ ο Ιησούς· ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά.».

Αυτές οι εντολές, εκτός του ότι είναι εκ των πραγμάτων ανεφάρμοστες, μη πρακτικές και μπορούν να αποβούν επικίνδυ­νες, τις πιο πολλές φο­ρές ούτε ο ίδιος ο Χριστός τις τη­ρού­σε. Π. χ. στο επει­σόδιο με το ρά­πι­σμα που εδέ­χ­θη από έναν υπηρέ­τη του Αρ­χι­ε­ρέα προς τον οποί­ον διαμαρτυ­ρή­θηκε αρκε­τά έν­τονα (Κατά Ιωάννην 18: 22-23) αντί να στρέψει και την άλλη σιαγόνα, κλπ. Ακόμα, αντιβαίνουν προς τον Μωσαϊκόν Νό­μον, ο οποίος εί­ναι θεϊκός νό­μος και για τον οποίον ο ίδιος ο Χριστός δήλωσε ότι δεν θα πα­ρέλθει ού­τε ένα ιώτα ούτε μία κεραία. Ματθαίος 5: 18, «αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νό­μου έως αν πάντα γένηται.». Έτσι και πάλι έχομε μία μεγάλη θεολογική αντίφαση που δεν ξεμπερ­δεύεται.

Πέραν τού­των, οι εντολές αυτές δεν λαμβάνουν καμία μέριμνα του πως να γί­νει να μην υπάρ­χουν εχθροί, να μην χρειάζεται ο δανεισμός, να μην υπάρχουν γυμνοί και πτωχοί για να τους ελεούν αυτοί που έχουν και κατασπαταλούν τα πολλά… Όλες αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων υπάρχουν σ’ όλη τη θεϊκή Βί­βλο αξιωματικά, παρά την τέλεια δημιουργία! Δεν υπάρχουν για τον Χριστιανισμό κοι­νωνικοοικονο­μι­κές δομές για να σταματήσουν όλα αυτά τα σιχαμερά κοι­νωνικά φαινό­μενα, παρ’ όλο που προς στιγμήν αναγνωρίζει ότι το να ζητιανεύεις καταντά προσβο­λή για τον ζη­τιάνο. Μόνο στον πρώην εθνικό Λουκάς 16: 3 διαβάζομε: «είπε δε εν εαυτώ ο οικονόμος· τι ποιήσω, ότι ο κύ­ρι­ός μου αφαιρείται την οικονο­μί­αν απ’ εμού; σκάπτειν ουκ ισχύω, επαιτείν αι­σχύ­νο­μαι·». Βεβαίως πολ­λές φορές συμβαίνει η ζητιανιά να μεταλλάσ­σε­ται σε βολικό κόλπο του ζητιάνου και εκμετάλλευση γι’ αυτούς που κά­νουν την ελεη­μοσύνη, αλλά κατά κανόνα είναι προ­σβολή, ντροπή και αποκρουστικό κοινωνικό φαινόμενο. Για τον Χριστιανισμό όμως, ας υπάρ­χουν οι φτωχοί για να τους ελεούν άλ­λοι που έχουν αρκετά και έτσι να εισ­πράτ­τουν ένσημα διά «την βασι­λείαν των ου­ρανών». Ματθαίος 19: 21, «ει θέλεις τέλειος είναι, ύπα­γε πώ­λησόν σου τα υπάρχον­τα και δος πτωχοίς, και έξεις θη­σαυρόν εν ουρανώ, και δεύ­ρο ακο­λού­θει μοι.». Δη­λαδή πώλησε όσα έχεις και δεν έχεις και έτσι τώρα γίνου εσύ φτωχός και επαίτης και με­τά ακο­λού­θησε με! Πάρα πολύ ωραία! Ακόμα: «τους πτω­χούς γαρ πάν­τοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάν­τοτε έχετε.», Ματθαίος 26: 11, Μάρκος 14: 7, Ιωάν­νης 12: 8. Δεν θα αναπτύξομε στην πα­ρούσα ερ­γα­σία την απλοϊκή, αφελή, αντιφατική, επικίνδυνη αλ­λά και πολύ καταστροφική κοινω­νικοοι­κονο­μική «θεωρία» του Χρι­στι­ανισμού. Αυτό είναι ένα πολύ σπουδαίο κεφάλαιο για άλλη φο­ρά, αλλά ήδη πολυσχο­λιασμένο από πολλούς ερευνητές.

Ο Χρι­στός, μόνο στον Λου­κάν 23: 34, συγ­χώ­ρε­σε τους διώ­κτες του από τον σταυ­ρό. (Βλέπε και υποσημείωση 3 παρακάτω.). Αλλού όμως τον βλέπομε να αφρίζει από οργή, να απειλεί, να υβρίζει, να υπόσχεται φρικτές τιμωρίες, κλπ. Όσο για τους απίστους, τους αμαρ­τωλούς και αυ­τούς που δεν είναι μαζί του επεφύλαξε και εδώ και επέκεινα σκληρές και αι­ώνιες τι­μωρίες. Η Αποκάλυψις του Ιησού Χριστού στον Ιωάν­νη είναι γεμάτη με όσες θέλεις απ’ αυ­τές! Μια ακόμα από τις χιλιάδες αντιφάσεις του θεόπνευστου βιβλίου!

Σε πάρα πολλές περιπτώσεις εξαπέλυσε φρικιαστικά υβρεολόγια, περιφρο­νη­τικές εκφράσεις, πλήθος τρομε­ρών απειλών, ρήσεις ωμής βίας και πολλά εξαίσια τοι­αύτα κατά διαφόρων. (Κατά πρώτον λόγο κατά των Φα­ρισαίων, άλλων Εβραίων που δεν τον πιστεύουν, των απίστων γενικότερα, ολοκλήρων πόλεων που δεν τον πίστε­ψαν, των πλουσίων και των Εθνικών. Κα­τά δεύ­τερον λόγο κατά των Σαδ­δουκαίων, του Ηρώ­δη Αντίπα, μιας Ελλη­νίδας Συ­ρο­φοι­νίκισας, κ. ά.). Όποιος δια­βάζει αυτά τα Κυριακά Λόγια όχι μόνον απορεί και ανα­τρι­χι­άζει, αλλά και σίγουρα βλέπει μια ακα­τά­σχετη οργή πέραν κάθε υγιούς μέτρου και κατάφορη παραβίαση διαφόρων εντολών που ο ίδιος έδινε στους άλλους. Π­ικρό­χο­λος και άδικος προς όσους διαφέρουν απ’ αυτόν (Ματ­θαίoς 12: 30 και Λoυ­κάς 11: 23, «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει.»). Ούτε έστρεψε και την αριστερά όταν του δόθηκε η τρανή ευ­καιρία να το αποδείξει ο ίδιος στο επει­σόδιο κατά το οποίο εδέ­χ­θη ρά­πι­σμα από έναν υπηρέ­τη του Αρ­χι­ερέα. Αντ’ αυτού δια­μαρ­τυ­ρή­θηκε αρκετά έν­τονα (Κατά Ιωάννην 18: 22-23).

Για όλα αυτά και πολλά άλλα σχετικά μελετήσετε τις αναφορές:

Σκλη­ρή τι­μω­ρία των απί­στων, εκφοβισμοί και απειλές: Ματ­θαίoς 10: 14-15, 33, 11: 20-24, 12: 32 (βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος), 13: 30, 40, 42, 24: 38-39, 51, 25: 31-46, Μάρ­κoς 3: 29 (βλα­σφημία κατά του Αγίου Πνεύματος), 6: 11, 8: 38, 16: 16, Λoυ­κάς 9: 5, 10: 10-15, 12: 9-10, 47-48, 13: 5, 16: 19-31, 17: 26-29, 19: 26-27, 20: 18, Iω­άν­νης 3: 18, 36, 5: 29, 8: 24, 12: 48, κλπ.

Κα­ταδίκη των πλου­σί­ων και του πλού­του, εγκώμιο του πένθους: Ματ­θαί­ος 6: 19-21, 13: 22, 19: 22-24, Μάρ­κος 4: 19, 10: 23-25, Λου­κάς 1: 53, 6: 20-25, 8: 14, 12: 16-21, 16: 19-31, 18: 23-25, κλπ.

Βί­α και μι­σαλ­λο­δο­ξί­α: Ματ­θαί­ος 3: 10, 12 (φωτιά), 7: 6 «Μη δώτε το άγι­ον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μή­ποτε καταπατήσωσιν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς.», 8: 22, 10: 21, 32-38, 12: 30, 13: 30, 40 (φωτιά), 15: 13, 18: 34-35 (βα­σανι­στή­ρια), Λου­κάς 3: 9, 17, 11: 23, 12: 47-53 (48 ξυ­λο­δαρ­μός), 14: 23 («ανάγ­κασον εισελθείν», το «cogito intra­re» του Ιερού Αυγουστίνου), 26, 17: 34, 19: 27 («πλήν τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελή­σαν­τάς με βασιλεύ­σαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυ­τούς έμπροσθέν μου.», 22: 36-38, 49-50, Ιω­άν­νης 12: 48, 15: 6 (φωτιά για την ιερά εξέταση, όπως το παρα­θέσαμε αυτούσιο παραπάνω), κλπ.

Ύβρις και οργή: Ματθαίος 7: 6, 8: 11-12, 15: 14, 26, 16: 23, 22: 13, 23: 13-33, 24: 51, 25: 30, Μάρκος 7: 27, 8: 33, Λουκάς 11: 29-52, 13: 28, 22: 36, 38, Ιωάν­νης 3: 36, 8: 44, Αποκάλυψις, κλπ.

Όλα αυτά και πολλά άλλα δεν συμβαδίζουν καθόλου με την άκρατη και άνευ όρων αγάπη και την από­­λυτα παθητική ανοχή του κακού που διακήρυξε. Αντιθέτως για όσους δεν είναι στην ομάδα δεν υπάρχει ούτε αγάπη, ούτε κατανόηση, ούτε οίκτος. Αν κάποιοι είναι στην ομάδα και δεν ομονοούν τότε εκβάλλονται από την ομάδα με όλες τις παρε­πό­μενες φρικτές συν­έπειες σε τούτη και στην άλλη ζωή.

Πoλλά έχoυν λεχθεί επαι­νε­τι­κά για τoν ύμνo της αγά­πης, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς 13: 1-13. Βε­βαί­ως ο Παύ­λος ανα­φέ­ρει ή κη­ρύτ­τει την αγά­πη σε πολ­λά ση­μεία μέ­σα στις επι­στο­λές του. Π. χ., Προς Ρω­μαί­ους 12: 9, 13: 4, 8-10, έχο­με και πάλι την αγά­πη που προ­έρ­χε­ται από τις δέ­κα εντολές Έξοδος 20: 1-17, Δευτερονόμιον 5: 1-33 και το Λευ­ι­τι­κόν 19: 18, 34. Αυτή η αγάπη απευθύνεται προς τους πιστούς των χριστιανι­κών οργανώ­σεων, του Παύ­λου κυρίως, όπως ακριβώς και η αγάπη προς τον πλησίον του Λευιτι­κού απευθύνεται μό­νον προς τον πλησίον Ισραηλίτη και κανέναν άλλον. Δεν νoμί­ζω να υπάρ­χει κα­νείς πoυ να απoρρί­πτει την αγά­πη σαν με­γάλo πα­ράγoντα στη βελ­τί­ω­ση της ζω­ής και στην ευ­τυ­χία των αν­θρώ­πων. Πλην όμως εδώ για τον φη­μι­σμέ­νο ύμνο θα κάνομε μερικές πα­ρα­τη­ρή­σεις. Είναι γεγονός ότι οι στίχοι 1-7 και ο τελικός στίχος 13 του ύμνου έχουν μια ποιητικότητα που προκαλεί συγ­κί­νηση σε πολλούς (ιδίως όταν απαγγέλλε­ται σε ένα κινηματογραφικό έργο με κατάλληλη μου­σική υπόκρουση και φωτισμό όπως «Η Μπλε Ταινία» του Πο­λωνού μεταφυσικού σκη­­­­νοθέτη Krzysztof Kieslow­ski).

Όμως η απε­ριό­ρι­στη και άνευ όρων αγά­πη που τα πάντα πιστεύει και τα πάν­τα υπομένει όπως την κη­ρύτ­τει εδώ o Παύλoς (ι­δί­ως στoν στίχo 7) δεν εί­ναι η νoυ­νε­χής αγά­­πη αλ­λά αυ­τή πoυ κα­θι­στά τo άτoμo πρό­βατo και χω­ρίς αμυ­ντικoύς μη­χα­νι­σμoύς στις αν­τιξoό­τη­τες τoυ υπάρχοντος ατελούς κό­σμoυ. Έρ­χε­ται σε τεράστια αντί­φα­ση με τoν εαυ­τό τoυ όταν στoυς στίχoυς Πρoς Ρω­μαίoυς 9: 13-15 υπoδη­λώ­νει την αγά­πη, τo μίσoς και τον προ­ορισμό ως ερ­γα­λεία τoυ ίδιoυ τoυ Θεoύ. Υπάρ­χει και άλ­λη αντί­φα­ση τoυ στίχoυ 11 με: Ματ­θαίoν 18: 3, 19: 14, Μάρ­κoν 9: 36-37, 10: 13-16, Λoυ­κάν 9: 48, 18: 17 και Α΄ Πέ­τρου 2: 1-3. Μετά, από τoν στίχo 9 μέχρι τον 12, δια­βλέ­πo­με ότι o ύμνoς (που τελειώ­νει με τον στίχο 13) εί­ναι κα­­θα­ρά με­τα­φυ­σι­κός και έχει να κά­νει με τη μέλ­λoυ­σα ζω­ή και την άμεση εσχατολογία στην οποίαν πιστεύει ο Παύ­λος φανα­τικά και προ­πα­γανδίζει με κάθε μέσο· ελπίζει δε στην εκπλήρωσή της κατά την διάρ­κεια της ζωής του. Τό­τε και εκεί o Παύλoς ελ­πί­ζει ότι θα απο­κτή­σει την τέ­λεια γνώ­ση αντί της με­ρι­κής πoυ έχει τώ­ρα στον εδώ φυ­σι­κό κό­σμο. Τό­τε θα βλέ­πει «πρό­σωπoν πρoς πρό­σωπoν» [τον Θεό Γιαχβέχ]. Κα­τά κά­ποιο πε­ρί­ερ­γο τρό­πο δη­λα­δή, έχει κά­νει ένα μπουρ­δού­κλω­μα αγά­πης και με­τα­φυ­σι­κής γνώ­σης ή αγά­πης για κά­ποια με­τα­φυ­σι­κή γνώ­ση που μό­νο ο Παύ­λος φαντάζε­ται. Διερωτάται κανείς τί νόημα να έχει αυτό το μπουρδούκλωμα ή αν καταλαβαίνει κανείς πέραν της άμεσης εσχα­το­λο­γίας που το πάει! Είναι πολύ πε­ρίεργο τί θέση έχουν αυτοί οι στίχοι (8-12) εντός αυτού του ύμνου της αγάπης. Είναι καθαρά εκτός θέματος! Τί να έχει συμ­βεί άραγε; Δεν αποκλεί­ε­ται να συνέβη κάποια παρεμβολή και χάλκευση. Αλλά και δεν αποκλεί­εται να είναι μια κάποια στρεψοδικία του Παύλου ο οποίος, ως είναι γνωστόν, συνη­θίζει να στρεψοδικεί πολύ συχνά. Συν­ε­πώς, αυ­τός o ύμνoς ως με­­τα­φυ­σι­κός, ασα­φής και αντι­φα­τι­κός προς τα χω­ρία τα οποία παραθέ­σαμε ανωτέρω εί­ναι ανε­­φάρ­μο­στoς στη φυ­σι­κή ζωή επί της γης και μόνο διά της νεφελώδους και εσχατολογικής φαντα­σίας του Παύλου δύναται να εννοηθεί και να ερμηνευθεί!

Ας δούμε και τον ίδιο τον Παύλο κατά πόσον εφάρ­μο­σε αυτήν την αγά­πη την οποίαν εκήρυττε. Βλέπομε τoν Παύλo να: (1) Καταριέται τον κόσμο στην Κόρινθο (Πράξεις 18: 6). (2) Να υβρί­ζει τoν αρ­χιε­ρέα (Πρά­ξεις 23: 3). (3) Να υπo­στη­ρί­ζει τη δoυ­λεί­α, Προς Ρω­μαί­ους 14: 4, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς 7: 20-24, Πρoς Εφε­σί­oυς 6: 1-8, Πρoς Κoλασ­σα­είς 3: 22-25, δ΄: 1, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν 6: 1-2, Πρoς Τί­τoν 2: 9-11, ολό­κληρη η Πρoς Φι­λή­μo­να Επιστολή. (4) Να τα ψάλ­­λει υβρι­στι­κά στoν Πέ­τρo (Προς Γαλάτας 2: 11-14). (5) Να εκνευ­ρί­ζε­ται και να αποκα­λεί τoυς Γα­λά­τες ανό­ητoυς (Προς Γαλάτας 3: 1). (6) Να κα­θυ­­βρί­ζει τoυς Κρη­τι­κoύς (Προς Τίτον 1: 5-13). (7) Να μην συγ­χω­ρεί, αλ­λά να κα­ταρ­ιέ­ται τoν Αλέ­ξαν­δρo τoν χαλ­κέα για τα κα­κά πoυ τoυ έκα­νε να τoυ τα ξε­πλη­ρώ­σει o Κύ­ριoς (Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν 4: 14), όπως και με τον Υμέναιον και τον Αλέξανδρον (Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν 1: 20). (8) Επίσης έχομε το πάθη­μα του Βαριησού-Ελύμα στην Πάφο της Κύπρου (Πράξεις 13: 6-11), (παρόμοιο με την περίπτωση του Πέτρου με τον Ανανία και τη Σαπφείρα, Πράξεις 5: 1-11). (9) Στην Πρoς Ρω­μαίoυς 9: 13-14 μας δια­βε­βαι­ώ­νει ότι o Θε­ός δεν διέ­πρα­ξε αδι­κία εις βάρoς τoυ Ησαύ (Γέ­νε­σις 25: 19-34, και κεφάλαιο 27) με τo να τoν μι­σή­σει και αμέ­σως μετά στoυς στί­χoυς 9: 15-16 βλέπoμε ότι o Θε­ός ελε­εί επι­λε­κτι­κά αυτoύς πoυ θέ­λει, ώστε ακό­­μα και ο Θε­ός με τις επιλογές του και τον προορισμό πε­ριο­ρί­ζει την αγά­πη. Όλoι oι στίχoι Πρoς Ρω­μαίoυς 9: 6-33 εί­ναι ένας κα­θα­ρός Γιαχ­βι­σμός αντί­θετoς με την άνευ όρων αγά­πη τoυ Παύ­λoυ στην Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς 13: 1-13. (10) Να διαβολο­στέλνει (Α΄ Προς Κοριν­θίους 5: 5 , Α΄ Προς Τιμόθεον 1: 20). Και ερω­τούμε: Πoιoς έχει δί­κιo, o Παύλoς, o Γιαχβέχ ή o Θε­ός; Πoύ πή­γε σε όλες αυτές τις περι­πτώσεις η απε­ριό­ρι­στη και άνευ όρων αγά­πη που τα πά­ντα υπο­μέ­νει;

Στον Παύ­λo έχομε τις παρακάτω αναφορές που αποδεικνύουν ότι η αγάπη την οποίαν εκήρυττε ήταν εσωτερική υπόθεση, δηλαδή μόνο για τους δικούς του οπα­δούς. Μελετήστε τις: Πράξεις 13: 8-11, Προς Ρωμαίους 16: 17 (κατα­σκό­πευ­ση και αποφυγή των διαφω­νούντων), Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς 5: 2-5, 13, 10: 14-20, 15: 33, 16: 22, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς 6: 14-18 (που αναγράψαμε παρα­πάνω πλή­ρως), 7: 8-12, 11: 13-15, Πρoς Γα­λά­τας 1: 7-9, 3: 1-3, 5: 12, Προς Φιλιπ­πη­σίους 2: 14-15, 3: 2, Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνικείς 1: 8, 3: 6, 14, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν 1: 3-4, 8, 6: 4-5, 20, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν 2: 14-16, 22-24, 3: 5, Πρoς Τίτoν 1: 11, 3: 9-11, Προς Εβραίους 10: 28-31, 13: 9.

Μελετήστε ακόμα προσεκτικά τα τραγικά γεγονότα που περιγράφονται και εξυ­πακούονται στην Α΄ Προς Κο­ριν­θίους κεφάλαιο 5 και την συνεχεία τους στην Β΄ Προς Κο­ριν­θί­ους κεφάλαιο 7. Εκεί από αγάπη…, άλλο τί­πο­τα…!

Τον βλέπομε συχνά να ωρύ­ε­ται κα­τά των απί­στων, να απαγορεύει τη συ­να­να­στρoφή μα­ζί τoυς και να πρooιω­νίζεται την τι­μω­ρία τoυς. Ωρύεται και φωνάζει: «Ή ακούτε και πι­στεύετε αυ­τά που λέω εγώ ή αλλιώς να πάτε στ’ ανάθεμα και στον διά­ο­λο.» (Α΄ Προς Κορινθίους 16: 22, Προς Γαλάτας 1: 8-9). Ο Παύλος είναι μάλλον ο πρώτος στην «ιστορία» που διαολόστειλλε άλλους. Π. χ., Α΄ Προς Κορινθίους 5: 5, «…παραδούναι τον τοιούτον τω σατα­νά…», Α΄ Προς Τιμόθεον 1: 20, «ων εστιν Υμέ­ναιος και Αλέξανδρος, ους πα­ρέ­δω­κα τω σατανά, …».).

Ιδού και άλλες αναφορές: Πρoς Ρω­μαίoυς 14: 23, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς 6: 1-11, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς 6: 14-18 «Μη γίνεσθε ετερο­ζυ­γούντες απίστοις· τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; 15 τις δε συμφώνησις Χρ­ι­στω προς Βελίαλ; ή τις μερίς πι­στώ μετά απί­στου; τις δε συγκατάθεσις ναω Θεού μετά ειδώλων; υμείς γαρ ναός Θε­ού εστε ζώντος, καθώς εί­πεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυ­τοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός, και αυ­τοί έσονταί μοι λαός. διό εξέλ­θε­τε εκ μέσου αυτών και αφο­ρίσθητε, λέγει Κύριος, και ακαθάρτου μη άπτεσθε, κα­γώ εισ­δέξομαι υμάς, και έσομαι υμίν εις πατέρα, και υμείς έσεσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας, λέγει Κύριος παντο­κρά­τωρ.», Πρoς Εφε­σί­oυς 2: 12, 5: 4-8, Πρoς Κoλασ­σα­είς 3: 6, Β΄ Πρoς Θεσ­σαλo­νικείς 2: 11-12, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν 1: 19-20, 6: 20-21, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν 2: 12, 23, Πρoς Τί­τoν 3: 9-10, Πρoς Εβραί­oυς 10: 28-31.

Το μυστήριο είναι ότι παρ’ όλη τη φόρα που είχε πάρει ο Παύλος και από τον ίδιον τον Κύριον δηλώνεται στις Πρά­ξεις 9: 15 ότι: «είπε δε προς αυτόν ο Κύριος·  πο­ρεύ­ου, ότι σκεύος εκλογής μοί εστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βα­σι­λέων υιών τε Ισραήλ·» δεν τον ανα­φέ­ρει κανένας απόστολος ή συγ­γραφέας στις επτά καθολικές επι­στολές, εκτός από την επιστολή Β΄ Πέτρου[2] 3: 15-16. Σκε­φτεί­τε ότι, ούτε η Αποκάλυ­ψις που όπως οι χριστιανοί μας λένε γράφτηκε κάπου 30 χρόνια μετά τον θάνατο του Παύλου δεν τον αναφέρει καθόλου. Έτσι δεν του πα­ρέχει κα­μιά ξε­χω­ριστή θέση όπως κάνει για τους άλλους Απο­στό­λους στο κεφάλαιο 21, στίχος 14. Δεν τον αναφέρει πουθενά· σαν να μην υπάρχει! Γιατί άραγε; Πολύ θα θέλαμε να ξέραμε ποιος είναι τελικά το πιο αντιλε­γό­μενο σημείο· ο Παύλος ή ο Ιη­σούς;

Όπως η αγάπη έτσι και η συγχώρεση, την οποίαν επικαλούνται πολλοί χρι­στι­ανοί απολογητές ως ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του Χριστιανισμού, ευ­ρίσκει θέ­ση μόνο μεταξύ των μελών της δεδομένης χριστιανικής ομάδας ή κοινό­τη­τας και υπό ορισμένες συνθήκες. Δεν είναι καθολική και άνευ όρων. Η χριστιανική δογματική το δηλώνει απεριφράστως: «Το προ­πατο­ρι­κό αμάρτημα το φέρει κάθε άν­θρωπος ερχόμενος εις τον κόσμο». Συγ­χωρείται μόνο με το βάπτισμα, την απόταξη του σατανά και με το να παραμείνεις ακράδαντα πιστός χριστιανός! Όσα μωρά γεν­νι­όνται πε­θαμένα και όσοι πεθάνουν πριν βαπτιστούν γίνονται διαβολάκια και καταδι­κά­ζον­ται στην αιώνια κόλαση, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Για πόσα εκα­τομ­μύ­ρια μανάδες και πατεράδες αχρηστεύτηκε η ζωή και η προσωπικότητα τους ένεκα των ενο­χών που είχαν για ‘κείνα τα παιδιά τους που είχαν την κακοτυχία να πε­θάνουν πριν βα­πτι­στούν…! Από την άλλη μεριά ισχυρίζονται ότι, όσα νήπια πεθά­νουν μετά το βάπτισμα και προτού ενηλικι­ω­θούν γίνονται αγγελάκια δίπλα στον θεό Γιαχ­βέχ! Σε κάνουν δηλαδή να παρακαλείς να πεθάνεις όσο πιο μικρός γίνεται για να μην σου δοθεί χρόνος να διαπράξεις αμαρτίες και έτσι να γίνεις αγγελάκι του Γιαχβέχ! Καταστροφική θρησκεία από πάσης απόψεως!

Πέραν του προπατορικού αμαρτήματος έχομε και την εξής μόνη και παντε­λώς ασυγ­χώρητη αμαρτία. Αυτή είναι η «βλα­σφημία κατά του Αγίου Πνεύματος» (Ματ­θαίος 12: 31-32 και Μάρ­κος 3: 28-29). Αν και οι στίχοι αυτοί δεν μας εξηγούν καθό­λου σε τι ακριβώς συ­νίσταται αυτή η βλασφημία και αμαρτία, οι διάφοροι κληρικοί την απέδιδαν στους λαϊκούς κατά το δοκούν. Ένεκα αυ­τής της αόριστης και ασαφούς αμαρτίας κατε­στρά­φησαν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, προσωπικότητες και υπάρ­ξεις ανά τους αιώνες. Αυτή συμ­πληρώνει το προπατορικό αμάρτημα διότι απε­δίδετο και σε πολ­λούς γο­νείς που είχαν την κακοτυχία να χάσουν αβάπτιστα παιδία. Οι λαϊ­κοί αυ­τοί για να εξιλε­ω­θούν, παρ’ όλο που δεν ήταν πλέον δυνατόν σύμφωνα με το εκ­κλησιαστικό δόγμα, δώριζαν όλη την περι­ου­σία τους, ό,τι είχαν και δεν είχαν, στις εκ­κλησίες και έτσι με­τετρέποντο σε πάμφτωχους επαίτες με εξαθλιωμένες οικογέ­νει­ες. Με αυτούς τους εκφοβισμούς και την επιβολή ενοχών οι εκκλη­σίες καταλήστευαν τον δεισιδαίμονα κοσμάκη και συσ­σώρευ­αν αμύθητα πλού­τη και ακίνητη περιουσία. Καταστροφική θρησκεία λοιπόν σε όλο της το μεγαλείο!

Ο ίδι­ος ο Χριστός, όπως αναφέρεται μόνο στον Λουκά 23: 34[3], συγχώρεσε τους διώκτες του από τον σταυρό και πολλές φορές παρακινεί τους άλλους να συγ­χω­ρούν τους συν­αν­θρώ­πους των (Ματθαίος 6: 14-15, 18: 21-22, Μάρκος 11: 25-26). Ακόμα λένε ότι συγ­χώ­ρεσε την πόρνη (Ιωάννης 8: 1-11[4]). Δεν έκα­νε όμως το ίδιο με τους Αρχιερείς, Γραμματείς και Φαρισαίους προς τους οποίους συχνά και με ξέφρενη οργή εξα­πο­λύ­ει τρομερές ύβρεις και απειλές σε όλα τα Ευαγγελία. Όπως σε όλα τα χριστιανικά θέ­ματα έτσι και σε τούτο πρυτανεύει η αντίφαση! Για όσους δεν ήταν μα­ζί με τον Ιη­σού Χριστό και δεν τον πίστευαν έχομε ένα τεράστιο αριθμό αναφορών με απειλές και μελ­λοντικές τιμωρίες εναντίον τους εντός των «περι­φή­μων» Κυριακών Λογίων. Οι αναφορές αυτές είναι πολύ γνωστές για να τις αναγράψομε άλλη μια φο­ρά. Μελετείστε τα Κυριακά Λόγια! Όλοι οι άπι­στοι συλλήβ­δην, αν γλιτώσουν στην εδώ ζωή από τα λαγωνικά της χριστιανικής πί­στε­ως, έχουν προκαταδικασθεί για το πυρ και το σκότος το εξώτερο, πά­ει και τελεί­ω­σε! Όπως έχομε ειπεί αρκετές φορές ο Ιησούς σπανιότατα τηρούσε τις εντολές που ο ίδιος έδινε στους άλλους.

Στον Ματ­θαίος 18: 15-17 βλέπομε τον Ιησού Χριστό να λέγει: «Εάν δε αμαρ­τήση εις σε ο αδελφός σου, ύπ­αγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μό­νου· εάν σου ακούση, εκέρ­δη­σας τον αδελ­φόν σου· εάν δε μη ακού­ση, πα­ρά­λαβε μετά σου έτι ένα ή δύο, ίνα επί στό­ματος δύο μαρτύρων ή τρι­ών σταθή παν ρή­μα [κατά τον Μωσαϊκόν Νόμον]. εάν δε παρακούση αυτών, ειπέ τη εκ­κλησία· εάν δε και της εκ­κλησίας παρακού­ση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τε­λώ­νης.». Δηλαδή υπάρχει η συνθήκη ότι, εάν ο αντίδικός σου παρακού­σει και της εκ­κλησίας τότε δεν συγχω­ρείται αλλά εξοστρακίζεται όπως ο εθνικός ή ο τελώνης. (Το να εί­σαι εθνικός για τους χριστιανούς είναι ύβρις και ασυγχώρητη αμαρ­τία. Το ίδιο ισχύει αν εκτελείς την εργασία του τελώνη!). Οπότε όλα εκείνα για την από­λυτη συγ­χώρεση και απόλυτη ανοχή του πονηρού (κακού) και το στέψε και την αριστερά, κλπ., όπως ανα­φέραμε πα­ραπάνω, πάνε πάλι περίπατο. Αντίφαση! Να ήταν η μόνη!… Ας μην πάμε όμως μα­κριά! Ενώ ο Ιη­σούς λέγει αυτά εδώ στους μαθητές του, αμέσως μετά μό­νο τρεις στί­χους κα­θώς συνεχίζει την ομιλία του, ο ίδιος τώρα τους λέγει ότι πρέπει να συγ­χω­ρούμε τον αδελφόν μας εβδο­μηκον­τά­κις επτά: Ματ­θαίος 18: 21-22: «Τότε προσ­ελθών αυτώ ο Πέτρος είπε· Κύριε, ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυ­τώ; έως επτάκις; λέγει αυτώ ο Ιησούς· ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως εβδο­μη­κον­τά­κις επτά.». Ο ίδιος ο Ιησούς δηλαδή έρχεται σε αντίφαση με τα λόγια του μέσα σε τέσσερις στίχους ενός πολύ μικρού λογύδριού του προς τους μαθητές του!  Αυτό θα πει θεϊκή σοφία!

Η παραβολή του «οφειλέτου μυρίων ταλάντων», Ματθαίος 18: 24-35, εκτός του ότι περιέχει μια συχνή-πυκνή και με ειδική προτίμηση θεολογική φιλολογία με δούλους, τε­λει­ώνει με τα εξής λόγια: «…τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυ­τώ· δούλε πο­νη­ρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με. ουκ έδει και σε ελε­ήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; και οργι­σθείς ο κύρι­ος αυτού πα­ρέ­δω­κεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφει­λό­μενον αυτώ. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφή­τε έκα­στος τω αδελφώ αυ­τού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.». Λέγει δη­λαδή: Πο­νηρέ δούλε εφ’ όσον εσύ δεν ελέησες τον σύνδουλο σου με το να του χα­ρί­σεις όλα όσα σου όφει­λε έτσι και συ δεν θα ελεηθείς από μένα. Θα βασα­νιστείς μέχρι να μου απο­δώσεις παν οφει­λό­μενο. Όπως ακριβώς με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού… κλπ.» του θεϊκού Μωσαϊκού Νό­μου. Αν δεν μπορείς, να κόψεις τον λαιμό σου, αλ­λιώς θα βασα­νιστείς! Το «εβδη­κον­τάκις επτά» σ’ αυτή την περίπτωση ξεχάστηκε και πήγε πε­ρίπατο! Αν πάλι δεν συγ­χωρήσεις τα παραπτώματα του αδελφού σου τότε ο Κύριος Γιαχβέχ θα σε περι­ποιηθεί καταλλήλως στην επερ­χό­μενη υποθετική ζωή. Τό­τε ο φι­λεύσπλαχνος Θεός της αγά­πης δεν θα σε συγχωρήσει αλλά θα σε βα­σανίζει αι­ωνίως. Βλέπομε δηλαδή εν προ­κειμένω ότι η συγχώρεση τελείται υπό ορισμένες συν­θήκες. Δεν αποδίδομε εδώ δίκιο ή άδικο, αλλά να μην μας διατυμπανίζουν ότι η χρι­στιανική συγ­χώρεση και αγάπη είναι τυ­φλή και καθολική. Από πότε; Πλην όμως στην κοι­νω­νία του Χριστιανισμού δεν προ­βλέπονται ούτε υπάρχουν δο­μές οι οποί­ες προλαμβάνουν και αποτρέπουν τα άθλια καταν­τήματα πτωχεύσεων, δανεισμών, ανι­κανότητας εξο­φλήσεων χρεών κλπ. προτού αρχίσουν ή φτάσουν σε βαθμό απρο­σπέ­λαστο. Σ’ αυτή την αποκα­λυ­πτική και «απόλυτα αλη­θι­νή» θρησκεία υπάρ­χουν μόνο κάτι αφηρημέ­νες, ακραί­­ες, ανεδαφικές, μη πρακτικές και ανεφάρ­μο­στες εντολές που ούτε η ίδια η χριστιανική κοινωνία τις εφάρμοσε ποτέ στην ιστορία της! Εκείνο που επικρατεί πάνω απ’ όλα είναι η συνεχής φοβέρα και η αιώνια αμετάκλητη τιμωρία! Το «αγαπάτε αλλήλους» αντικαθίσταται πολύ καλλί­τε­ρα και ακριβέστερα με το «φο­βερίζετε αλλήλους»!

Η συγχώρεση όπως λαμβάνει χώρα στον Χριστιανισμό είναι ουσιαστικά ένα χριστιανικό κόλπο εξαιρετικά αποδοτικό και καταστροφικό συνάμα. Έχοντας κατατά­ξει σχεδόν τα πάντα στον κατάλογο των αμαρτιών, ―π. χ. το τί και πόσο τρώγει ή πί­νει κανείς (επικίνδυνες και ανθυγιεινές νηστείες), να είσαι εθνικός ή τελώνης, να εί­σαι πλούσιος, την ιδέα του ερωτισμού (Ματθαίος 5: 28 «Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοί­χευ­σεν αυτήν εν τη καρδία αυ­τού»), το να σκέπτεσαι την αύριον, κλπ.― είναι σίγουρο ότι ο Χριστιανισμός δεν θα αποκτούσε οπαδούς ακόμα και από τα περιθωρι­ακά στοιχεία και αποβράσμα­τα της κοινωνίας που προσείλκυσε στην αρχή. Δεν θα εί­χε παραμεί­νει κανείς εκεί μέ­σα. Αλ­λά όπως καθόρισε σχεδόν τα πάντα ως αμαρτίες έτσι απέδιδε και τη συγ­χώρεσή τους κάτω από κα­τάλληλες συνθήκες όταν αυτές εκρίνοντο ικα­νο­ποιη­τι­κές. Ο ίδιος ο Χρι­στός έδω­σε στους εντολοδόχους του το εξής δικαίωμα: «και δώσω σοι τας κλείς της βασι­λείας των ουρανών, και ό εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ου­ρα­νοίς, και ό εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ου­ρανοίς.», Ματθαίος 6: 19. «αν τινων αφή­τε τας αμαρτίας, αφί­ενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτην­ται.», Ιωάννης 20: 23. Αμέτρητος κό­σμος καταστρά­φη­κε και εξαθλιώθηκε από πά­σης από­ψεως και έγινε πειθήνιο όργανο και ανδρείκελο των κληρικών. Οι εκ­κλησίες πάλι με τις φρούδες υποσχέσεις, συγχωρήσεις και τα συγ­χωροχάρτια τους απέ­κτησαν αμέτρη­τους σκλάβους και συνεσσώρευσαν αμύθητα πλούτη και περιουσί­ες. Οι ενο­χές, λύ­πες, συντριβές και οι νευρώσεις, ακόμα και μετά την συγχώρεση, έγιναν το καθημερι­νό σαράκι της κοινωνίας και των ανθρώπων!

Εδώ πρέπει να προσθέσομε λίγα λόγια για τον εξιλασμό αμαρ­τι­ών (εξιλέω­ση, Γιομ Κι­πούρ) στον Εβραϊσμό, την πατρική θρησκεία του Χριστια­νισμού. Πρέπει να δούμε πως αυτός επιτυγχανόταν στην πατρική θρησκεία για να δώσει την συγ­χώ­ρεσή του ο Θεός Πατήρ Γιαχβέχ! Ο εξι­λα­σμός λοιπόν επι­τυγχανόταν κατά εποχές με μετάνοια, συντρι­βή καρδίας, θυσίες και ολο­καυ­τώ­μα­τα αν­θρώπων, αμνών, κριών, εριφίων, τράγων και πτηνών, με τον απο­διο­πομ­παίο τράγο, με τάματα, με το ζύμωμα των αμαρτιών σε ένα μολυβένιο τά­λαντο που το έκλειναν μέσα σε ένα δο­χείο, κλπ., όπως όλα αυτά απαν­τώνται απαν­τα­χού μέ­σα στο «ιερό και θεόπνευστο» βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τον πρόδρομο της «μό­νης αλη­θινής θρη­σκείας του Χριστιανι­σμού».

Συνεχίζομε από την Παλαιά Διαθήκη με το να αναφέρομε και να καταγγείλομε τον εξής ση­μαντικότατο νόμο της ενοχής του αθώου: Η πρώ­τη ομο­λο­γία των ούτω κα­λου­μέ­νων «Δέ­κα Εντο­λών» απο­κα­λύ­πτει κά­τι που σε κά­θε άλ­λη «ψευ­δή» θρη­σκεία αναμφι­βό­λως θα εκλαμ­βα­νό­ταν πως έχομε να κάνομε με μια τρο­με­ρή και άδι­κη θε­­ό­τη­τα· ενταύθα την θε­ό­τη­τα Γιαχβέχ του Εβραιοχριστιανισμού! Συ­γκε­κρι­μέ­να στη δεύ­τε­ρη εντο­λή, Έξο­δος 20: 4-5, στον στί­χο 5 και Δευ­τε­ρο­νό­μιον 5: 9 [όπως και Έξο­δος 34: 7] δια­βά­ζου­με:

«Διό­τι εγώ εί­μαι ο Γιαχ­βέχ ο Θε­ός σου, Θε­ός ζηλό­τυ­πος, ο οποί­ος επι­βάλ­λει τι­μω­ρί­ες στα τέ­κνα για τις αμαρ­τί­ες των γο­νέ­ων μέ­χρι τρί­της και τε­τάρ­της γε­νε­άς, αυ­τών που με μι­σούν.».

Εί­ναι η ίδια θε­ό­τη­τα η οποία σύμ­φω­να με την απο­κα­λυ­πτι­κή «ιστο­ρία» της Εδέμ, κα­τα­ρά­στη­κε ολό­κλη­ρη την αν­θρω­πό­τη­τα «εις πά­ντας τούς αιώ­νας» επειδή μια άπει­ρη γυ­ναί­κα, αφού απα­τή­θη­κε από «έ­ναν ομι­λού­ντα όφιν», έφα­γε τον καρ­πό του Δέν­δρου της Γνώ­σε­ως προς ανυ­πα­κοή του πρώ­του «δέν θά…» και είναι η ίδια θε­ό­τη­τα που αρ­γό­τε­ρα έπνι­ξε σχε­δόν όλη τη δη­μιουρ­γία της ένε­κα της οργής της για τα σε­ξουα­λι­κά πα­ρα­πτώ­μα­τα «των υιών των Ελω­χίμ» (Γέ­νε­σις 6: 4). Τώ­ρα αυ­τή η θε­ό­τη­τα γρά­φει στην πέ­τρα την αμε­τά­κλη­τη δια­τα­γή της πετρω­μέ­νης καρ­διάς της ότι το αγέν­νη­το αθώο θα πλη­ρώ­σει την τι­μω­ρία εκεί­νων των ενό­χων που δεν αγα­πού­σαν έναν τέ­τοιο Θε­ό, όπως ακρι­βώς το Δευ­τε­ρονό­μιον 7: 10 μας λέ­γει γι’ αυ­τούς ότι:

«Έ­τσι ο Γιαχβέχ αντα­πο­δί­δει προ­σω­πι­κώς σ’ αυ­τούς που τον μι­σούν  και εξο­λο­θρεύ­ει αυ­τούς. Δεν θα βρα­δύ­νει επί­σης να τι­μω­ρή­σει προ­σω­πι­κώς τους μισού­ντας αυ­τόν και να αντα­πο­δώ­σει σ’ αυ­τούς κα­τά τα έρ­γα των.».

Εν τού­τοις, εί­τε η εβρα­ϊ­κή θε­ό­τη­τα σε κα­το­πι­νές επο­χές έγι­νε πιο πο­λι­τισμέ­νη εί­τε οι γραμ­μα­τείς της έπε­σαν σε άλ­λη μια από αυ­τές τις ακα­τά­παυ­στες πανταχού παρούσες αντι­φά­σεις οι οποί­ες κα­λύ­πτουν ένα τε­ρά­στιο μέ­ρος των θε­ο­πνεύ­στων απο­κα­λύ­ψε­ων του Γιαχ­βέχ τους. Διό­τι θε­τι­κώς ανα­φέ­ρε­ται, π. χ. Ιε­ζε­κιήλ 18: 1, 20 και Δευ­τε­ρο­νό­μιον 24: 16, ότι:

«Και μί­λη­σε Γιαχ­βέχ προς εμέ ξα­νά λέ­γων… Δεν θα τι­μω­ρη­θούν διά θα­νά­του πα­τέ­ρες εξ αι­τί­ας των τέ­κνων των, ού­τε και τα παι­διά εξ αι­τί­ας των πα­τέ­ρων των. Ο κα­θέ­νας θα τι­μω­ρεί­ται διά τη δι­κήν του αμαρ­τί­α.».

Κα­νο­νι­κή Βα­βυ­λω­νία αντι­φά­σε­ων δη­λα­δή! Μα τί κάνει τελικά αυτό το Άγιο Πνεύμα; Δεν προσέχει καθόλου; Προς τούτο βλέπε και Β΄ Παρα­λειπομένων 25: 4, κ. α. Πάν­τως αυτός ο Θεός ετιμώρησε τον Δαυίδ και την Βηρσαβεέ με το να θα­να­τώσει το αθώο πρώτο τέκνο τους, ένεκα των φοβερών αμαρ­τιών τους (μοιχεία κατά συρ­ρο­ήν και σατανική δολοφονία συζύ­γου, Β΄ Σαμουήλ ή Β΄ Βασιλει­ών 11: 1-27 και 12: 9-19. Ανάλογα επεισόδια με τέ­τοιου είδους τιμωρίες υπάρχουν και αλλού μέσα στη θε­οφώτιστη Βίβλο.). Εδώ οι εντολές «ού μοιχεύ­σεις», «ού φο­νεύ­σεις» και «ούκ επι­θυ­μήσεις…» δεν είχαν καμίαν ισχύν αφού βε­βαίως επρόκειτο για τον εκλεγ­μένο βα­σι­λέα, εκλεκτό φίλο και σύμφωνο της καρ­δίας του Γιαχβέχ (Πράξεις 13: 22)…! Κανο­νι­κά έπρεπε να θα­νατωθούν και οι δύο διά λιθοβολισμού σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του Θεόδοτου Μωσαϊκού Νόμου (Λευιτικόν 20: 10, Αριθ­μοί 35: 16-34, Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 22 κλπ.).

Ειρήσθω εν παρόδω ότι: Οι κατάλογοι των δέκα εντολών των δύο πα­ραπάνω κεφαλαίων παρουσιάζουν μερικές διαφορές. Όποιος θέλει ας τους συγκρίνει λέξη προς λέξη και ας τους κρίνει. Δη­μιουρ­γούνται σίγουρα μερικά σοβαρά ερωτη­ματικά, αλλά δεν θα το κάνουμε μεγάλο ζή­τημα εδώ. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πα­ρά­ξενο με το κεφάλαιο 34 της Εξόδου. Εδώ αν­τι­καθίστανται οι πρώτες πλάκες που έσπασε ο Μωυσής πάνω στον θυμό του (Έξοδος 32: 19, διά τον χρυσούν μόσχον όν εποίησε ο αδελφός του Ααρών…, άλλο μεγάλο ερωτη­μα­τικό, Έξοδος 32: 1-6, 35) με νέες, κατ’ εντολήν του ίδιου του Θεού Γιαχβέχ. Δεν βλέ­πουμε όμως τις δέκα εντο­λές των δύο άλ­λων κεφαλαίων. Εκτός από δυο-τρεις που μοιά­ζουν, οι άλλες εντολές είναι εν­τελώς άσχε­τες και ανήθικες. Διαβάστε λοιπόν τα τρία αυ­τά κεφάλαια περί των δέκα εν­το­λών και ρωτήστε τους πνευμα­τι­κούς σας φωστήρες ποιος είναι επί τέλους ο σωστός κα­τά­λογος των δέκα εντολών. Στην Έξοδο 34: 28 ανα­φέ­ρεται σαφώς η απάν­τηση ότι αυτός είναι ο κατάλογος των δέκα (άλλων αντί άλλων) εντολών! Άλ­λη μια θεόπνευ­στη αν­τί­φαση μεγάλης ολκής! Τί να σημαίνουν άραγε όλα αυτά;… Όταν βρείτε την απάντηση πολύ θα θέλαμε να μας την ανακοι­νώ­σετε για να την μάθουμε και εμείς οι άσχετοι. Επίσης, από τις δέκα πο­λυδια­φη­­μισμένες εντο­λές, Έξοδος 20: 1-17, Δευτε­ρο­νόμιον 5: 1-33 οι τέσ­σε­ρις πρώ­τες δεν έχουν καμία παγκόσμια ηθική αξία. Είναι απλώς κανόνες της ιδιοσυστα­σίας του τότε εβραϊκού λαού. Στην παρούσα παράγραφο καταγγέλλομε την αδικία και την βαρβα­ρότητα του δευ­τέρου μέρους της δευτέρας εν­τολής. Επίσης, με το πρώτο μέρος αυτής της εντολή κα­ταδικάστηκαν άπαξ οι τέ­χνες της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Οι υπόλοιπες έξη εντολές είναι στη γενι­κό­τη­τά τους τόσο κοινή λογική ώστε να υπάρχουν σε κάθε νομοθεσία οιουδήποτε έθνους πριν και μετά τη μωσαϊκή νομοθεσία και χωρίς αυτό το έθνος να έχει χρειαστεί την θε­ϊκή αποκά­λυψη ή επιφοί­τηση!

(Έχομε κά­που 7 000 αντι­φατικά ζεύγη στίχων μέσα στο «θεόπνευστο βι­βλίο»! Το φαινόμενο της αντίφασης και της ανακολουθίας μέσα σε ολόκληρη τη Βίβλο όπως και σε ολόκληρο τον Εβραιοχριστιανισμό και την ιστορική διαδρομή του είναι τόσο συχνό και πυκνό που έχομε κουρα­στεί, βαρεθεί και αηδιάσει να το επανα­λαμ­βά­νομε. Τελικά εκτός από τα αντιφατικά λόγια του ίδιου του Ιησού με μια προσεκτική με­λέ­τη των Ευαγγελίων διαπιστώνομε και το γεγο­νός ότι εκτός ίσως της σεξου­αλικής αγνό­τητος ούτε ο ίδιος τη­ρούσε τις εν­τολές που έδινε στους άλλους!).

Σε όλη την ιστορία του Εβραιχριστιανισμού ο διαχωρισμός πιστών και απί­στων είναι σαφής και αδιάλλακτος, όπως έχομε δει και αναφέρει πολλές φορές. Οι άπιστοι δεν θα βρούνε καμία συγχώρεση και έχει ήδη αποφασισθεί ότι κατά την κρί­ση θα βρεθούν ένοχοι. «Εν δέ τώ άδη ούκ έστι με­τά­νοια»· δεν υπάρ­χει συγχώρεση και δεύτερη ευκαιρία. Θα καταδικαστούν αιωνίως. Ακόμα η πληθώρα αναφορών βίας και μισαλ­λο­δοξίας σε όλη την Καινή Διαθήκη, πολλές των οποίων έχομε ήδη κα­τα­γράψει εδώ και αλλού, φανερώνει αυτό που είπα­με στην αρχή, ότι δηλαδή η συγ­χώ­ρεση ήταν επι­λε­κτική και μεταξύ των μελών της ομάδας και εφ’ όσων αυτά τα μέ­λη συνεμορφούντο με τη γραμμή. Στην ιστορία της χριστιανικής λαί­λαπας δεν υπήρ­χε καμία συγχώρε­ση, λύπη, οίκτος, κατανόηση, κλπ. προς κάθε αλλό­θρη­σκο ή όποιον δεν επείθετο για να υπακούει τις χρι­στι­ανικές επι­τα­γές, διδασκαλίες και δεισι­δαι­μο­νίες. (Ματ­θαίoς 12: 30 και Λoυ­κάς 11: 23, «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει.»).

Τελευταία διάφοροι ιερωμένοι και απολογητές δεν ημπορούν να καλύψουν τη σχιζοφρενική αντίφαση μεταξύ της αγάπης και φιλευσπλαχνίας ενός παντοδυνάμου, φιλευσπλάχνου και πα­να­γάθου Θεού και της ατελεύτητης τιμωρίας, της μη συγχωρή­σεως, του εκφοβισμού, της κα­ταδίκης στην αιώνια κόλαση της φωτιάς των βασανι­στηρίων και των διαβόλων και όλα όσα αναφέρομε εδώ. Έτσι βρήκαν διάφορα πο­νη­ρά και δόλια μέσα για ψευτοδικαιολογίες. Π. χ. λένε:

(α) Δεν υπάρχει κόλαση αλλά μια κατάσταση λύπης και ενοχής ένεκα της απομακρύνσεως από τον Θεό και διάφο­ρα τέτοια παρεμφερή. Όχι κύριοι να είστε σταθεροί και ειλικρινείς! Δεν μιλάτε καθό­λου για κάποια κατάσταση και επ’ αυτού σας ρωτάμε: Τα σχετικά χωρία της Καινής Διαθή­κης αυτά γρά­φουν; Έχετε διαβάσει τα γραπτά περί κολάσεως του θεολόγου σας Τερ­τυλλιανού και πολλών άλλων; Αν δεν τα έχετε διαβάσει γιατί δεν κάνετε τον κόπο να τα δια­βάσετε και να μας ανακοινώσετε τί καταλάβατε; Τα δόγ­μα­τα και οι αποφάσεις περί κολάσε­ως των συνόδων σας αυτά δηλώνουν; Τί τα κάνατε τώρα όλα αυ­τά; Τα δια­γράψατε, τα σβήσατε ή κάνετε πως τα ξεχάσατε; Έχετε ποτέ ανα­κοινώσει ότι αυτή είναι τώρα η επίσημη θέση σας;

(β) Ακούμε ακόμα το εξής σοφιστικοειδές σό­φισμα: Καταδικά­ζο­με την κακή πράξη και την αμαρτία, αλλά όχι τον πράξαντα και τον αμαρτωλό. Μα καλά, γίνεται πράξη και αμαρτία χωρίς υποκεί­μενο; Έτσι βγαίνει μια πράξη μόνη της χωρίς κανείς να την έχει σκεφθεί και μετά να την διαπράξει; Δη­λα­δή πώς τιμωρείτε μόνο την κακή πράξη και αμαρτία; Απλώς ως ιδέα και αφήνετε τον αμαρτωλό ελεύ­θερο και όπως ήταν και πριν αμαρτήσει; Τότε γιατί συνεχώς αναγ­γέλλετε τις αιώνιες τιμωρίες και τα φρικτά βασανιστήρια; Γιατί επανα­λαμ­βά­νετε φρά­σεις όπως: «Θα σε τι­μω­ρήσει ο Θεός», «Θα έχεις να δώσεις απολογία επί του φο­βε­ρού βήματος του Χριστού», «καί καλήν απολογίαν τήν επί τού φοβερού βήματος τού Χριστού αιτησόμεθα» κλπ; Γιατί εκφοβίζετε τον κόσμο με τέτοιες φράσεις;

Κύριοι, πάρτε το χαμπάρι: «Δεν μπορείτε να έχετε και την πί­τα γερή και τον σκύ­λο χορ­­τά­το»! Σταματήστε επί τέλους να στρεψοδικείτε και μείνετε σταθεροί και ειλι­κρι­νείς στα δόγματά σας. Αλλιώς εγκαταλείψετε αυτή την ανόητη και καταστροφική θρησκεία και σταματήστε να εκφοβίζετε τον αδαή λαό!

 Η ιστορία του Χριστιανισμού από το 313 Κ. Ε. μέχρι και σήμερον δι­δάσκει κάθε άλλο από συγχώρεση και αγαθή ή ανυπόκριτη αγάπη που τα πάντα υπομένει. Όταν ο μονο­κράτορας Κωνσταντίνος έδω­σε το πρά­σινο φως στους χριστιανούς η επι­λογή κάθε ανθρώπου που βρέθηκε κοντά τους ήταν ή χριστια­νός ή νεκρός. Δεν θα υπεισέλθομε σε λεπτομέρειες εδώ. Η διεθνής βιβλιογραφία σ’ αυτά τα θέματα είναι απέραντη και πλήρης αν κανείς ενδιαφέρεται να ερευνήσει. Απλώς με αδρές και πε­ρι­ληπτικότατες γραμ­μές αναφέρομε ότι: Για 250 χρόνια μετά τον Κωνσταντίνο, αλλά και πολύ μετά, χριστιανικοί νόμοι επί νόμων εθε­σπί­σθησαν για τη βίαια μετατροπή του κόσμου στη νέα θρησκεία. Οι νόμοι αυτοί έχουν διασωθεί και μπορούν να μελε­τη­θούν. Οι σφαγές εναντίον των εθνικών και ελ­ληνι­ζόντων αποτε­λούν κάτι απερίγρα­πτο. Ακόμα χειρότερες ήταν οι σφαγές με­ταξύ των χριστιανικών αιρέσεων. Η ισοπέ­δωση του αρχαίου κόσμου ήταν ολοκληρω­τική. Κα­μία μεγάλη βι­βλιοθήκη δεν δια­σώθηκε. Όλες εκάησαν. Τα εγκλήματα των χρι­στι­α­νι­κών εκκλησιών είτε μεταξύ των είτε εναντίον των άλλων θρησκειών και λαών εί­ναι το χειρότερο κα­κό που συνέβη ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο υπερχι­λι­ετής Μεσαίων, το σφαγείο της Σκυ­θόπολης, η ολοκληρωτική αμορφωσιά, η καύση των μά­γων και μα­γισ­σών, οι σταυρο­φορίες, η ιερά εξέ­ταση, η σωματική και η ηθική τυ­ραννία των ατό­μων, οι εξοντώσεις των αιρετικών, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, ο εκ­χρι­στιανισμός της Ευρώπης και της Αμερικανικής ηπεί­ρου, η εναντι­ό­τη­τά του κατά της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της προόδου και πά­ρα πολ­λά άλλα τοι­αύτα απο­τελούν τις πλέον φρικιαστικές σελίδες της ιστο­ρίας. Τα ανά τον κόσμο αθώα αν­θρώπινα θύ­ματα της χριστια­νικής μάστιγας και λαίλαπας υπολογί­ζον­ται περί τα 200 εκατομ­μύ­ρια σε 1700 χρόνια.

Μόνο η Ιερά Εξέτασις έπραττε την αιμοδιψή εργασία της για 15 αιώνες μετά τον Κωνσταντίνο τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση. (Εδώ δεν εννοούμε μόνο τις ιερές εξετάσεις από τον 12ον αιώνα και μετά. Εννοούμε όλες όπως αυτές άρχισαν με τον Κωνσταντίνο το 325 Κ. Ε. και τελείωσαν το 1860 Κ.Ε.). Άπαν­τες οι Ιερο­ε­ξε­ταστές σε όλες τις χριστιανικές χώρες κατά την διάρκεια αυτών των αιώνων, κατα­πιά­στηκαν με την εξής θαυμάσια δουλειά. Έδιναν στα θύματά τους μια ευκαιρία να εξα­γορά­σουν ατελεύ­τη­τους αιώνες «βασάνων και πυρός» στην επερχόμενη ζωή, διά μίας σύν­τομης περιόδου βασανιστηρίων και καύσεως στην παρούσα ζωή. Όλοι τους ακο­λου­θούσαν τις διδα­σκαλίες και παραδείγματα: Της Παλαιάς Διαθήκης, του Ιησού των Ευ­αγγελίων, του Πέ­τρου, του Παύλου, του Τερτυλλιανού, του Ιερωνύμου, του Ιε­ρού Αυγουστίνου, κ. α. Καταπιά­στη­καν με την καταστροφή ενός τεραστίου αριθμού σω­μάτων, για να σω­θεί ένα τεράστιο πλή­θος ψυχών κατά την ημέρα του Κυρίου Ιησού (Α΄ Προς Κο­ριν­θίους 5: 5). Είναι οι θέ­σεις του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης, του Ιη­σού Χρι­στού και των Αποστόλων. Οι άγιοι και θεοφόροι πατέρες επεξέ­τει­ναν όλα αυτά έτι περαιτέρω, αν ήταν δυνατόν!

Και οι Εβραί­οι πλήρωσαν πο­λύ ακρι­βά αυ­τή την χριστιανική αγάπη στα χέ­ρια των χρι­στια­νι­κών εθ­νών. Παρ’ όλον που ο Χριστιανισμός είναι αίρεση, παιδί δηλαδή, της εβραϊκής θρησκείας, έγινε το κακό παιδί που εστράφη εναντίον των γονέων του. Η Ιστορία αυτή μας διδάσκει για άλλη μια φορά ότι: «Ο πόλεμος με­ταξύ αδελφών ή με­τα­ξύ γονέων και τέκνων είναι πάντα πιο σκληρός!». Εδώ όμως πρέπει να πούμε ότι η σχέ­ση Χριστιανισμού και Εβραϊσμού ήταν και είναι πέρα για πέρα μια σχιζοειδής κατάσταση. Καθόλου παράξενο αφού και οι δύο αυτές θρησκείες είναι σχιζοειδείς! Από τη μια μεριά ο Χριστιανισμός βοήθησε την επιβίωση του Εβραϊσμού διά μέσου των 20 αιώ­νων κατά τους οποίους το Εβραϊκό έθνος ζούσε εντός των χωρών των άλ­λων εθνών. Αυτό συνε­τε­λέ­σθη διά ειδικών διατάξεων όπου άφηναν τις Εβραϊκές κοι­νότη­τες σχεδόν αυτόνομες και επέτρεπαν μόνο σε Εβραίους να χειρίζονται τα χρημα­τιστι­κά, τρα­πεζιτικά και εμπορικά ζητήματα, αφού κατά την στενοκεφαλιά των Χρι­στια­νών το χρήμα στα χέρια ιδιωτών Χριστιανών είχε καταταγεί στον κατάλογο των αμαρτιών. Τέλος, τον 20ον αιώνα τα έθνη αυτά ανέστησαν και πάλι τον Εβραϊσμό σαν αυτοδύναμη γεωπο­λι­τι­κή οντότητα ύστερα από 1950 χρόνια. Σήμερα δε πολλές χρι­στιανικές αιρέσεις (όλες οι ευαγ­γε­λι­στικές, κλπ.) έχουν γίνει ιουδαϊκότερες των Ιου­δαίων, διατυμπανίζοντας συνεχώς ότι οι Εβραίοι είναι ο Εκλεκτός και Περιούσιος λα­ός του αληθινού Θεού Γιαχβέχ και ως εκ τούτου άμεμπτοι και άθικτοι. Ακόμα περι­μέ­νουν τον Αρμαγεδώνα, την Νέα Ιερουσαλήμ και τη Δευτέρα Παρουσία να λάβουν χώρα εντός του Ισραήλ μαζί με την τρίτη ανοικοδόμηση του Ναού του Σολομώντος!. Επί πλέον όλες οι χριστια­νι­κές εκκλησίες σήμερα κατηγορηματι­κώς δηλώνουν ότι δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα με τον Εβραϊσμό! Αντιθέ­τως τον έχουν κυ­ρι­ο­λεκτικώς μετατρέψει σε ένα ταμπού που πρέπει κανείς να το προ­φέρει με μεγάλη προσοχή και απόλυτη «πολιτική ορθότητα». Από την άλ­λη με­ριά όμως, κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες οι διάφορες χριστιανι­κές κοινότητες αντι­μετώπισαν μια απροσπέ­λα­στη εβραϊκή αντιπαράθεση και επιχει­ρηματολογία εναντίον τους. Μετά, αρχής γενομένης με ένα διάγγελμα του ανισόρροπου αυτοκράτορα Κωνσταν­τίνου, εξα­πέ­λυσαν κατά τόπους και εποχές πολλούς θη­ριώδεις διωγμούς κατά των Εβραίων. Κύ­ριοι λόγοι ήταν να αρ­πάξουν τα πλούτη τους και το ότι οι Εβραίοι πα­ρα­μένοντες πι­στοί στην θρησκεία τους ηρνούντο, πολλές φορές μέχρι θανάτου, να ασπα­στούν την χρι­στιανική αίρεση και βλακεία παρά τις συνεχείς προσπάθειες των Χριστιανών να τους προσηλυτίσουν. Άλλοι λόγοι ήταν διάφορες τρελές δεισι­δαι­μο­νίες και αποτυχίες των Χριστιανών για τις οποίες υπαίτιοι εθεωρήθησαν οι Εβραί­οι, κλπ. Όλα αυτά τα σχι­ζο­ειδή Εβραιο­χρι­στιανικά φαινόμενα είχαν, έχουν και θα έχουν τεράστιες συνέ­πει­ες για ολόκληρη την ανθρωπότητα!

Πριν ολίγα χρόνια η Κα­θο­λι­κή Εκ­κλη­σία διά του Πολωνού Πά­πα Ρώ­μης Ιω­άννου Παύλου ΙΙ, ζήτησε συγγνώ­μη και άφε­ση αμαρ­­τιών από τον Εβρα­ϊ­κό λαό για τα τρομερά εγκλήματα και τις βιαιοπραγίες που η καθολική εκκλησία είχε διαπράξει κα­τά του Εβραϊκού έθνους κατά τους τελευταίους 17 αιώνες. Μάλιστα δε, αφαί­ρε­σε τον στί­χο «τό αί­μα αυ­τού εφ’ ημάς καί επί τά τέ­κνα ημών» από το Κατά Ματ­θαί­ον Ευαγ­γέλιον 27: 25. Αυ­τή η αφαίρεση απο­δει­κνύ­ει για άλ­λη μια φο­ρά τη «θε­ο­πνευ­στία» των αντιφα­τι­κών γρα­φών και της χριστιανικής εκ­κλη­σί­ας! Τί νόη­μα εί­χε αυ­τός ο στί­χος, αν ο ίδιος ο Χρι­στός από τον σταυρό συγ­χώ­ρε­­σε όλους τους διώ­κτες του κλπ. (Λου­κάς 23: 34) και στην «Επί του Ό­ρους Ομι­λία» μας δι­δά­σκει να αγα­πά­με τους εχ­θρούς μας, αυτούς που μας καταριόνται, αυτούς που μας μισούν και όσους θέ­λουν το κα­κό μας και όλα αυτά τα τοιαύτα; (Ματ­θαί­ος 5: 39, 44, Λου­κάς 6: 27-29, 35, Παύλος Προς Ρω­μαίους 12: 14, 17-21). Ας μας εξηγήσουν αυτή την κραυγαλέα αντίφαση οι φωστήρες του Χριστιανισμού. Ευτυ­χώς που υπήρ­χαν αυ­τές οι δι­δα­σκα­λί­ες και στί­χοι, αλ­λιώς ποιος ξέ­ρει τί πε­ρισ­σό­τερα και χειρότερα κα­κά θα πά­θαι­νε η ταλαίπωρη αν­θρω­πό­τη­τα στα χέ­ρια αυτών που αγαπάνε αλ­λή­λους και τους εχθρούς των ακόμα ;!…

Οι κα­ταστροφές πολιτισμών, έργων κοινής ωφελείας και τέχνης, η ολοσχερής καύση βι­βλι­οθηκών, τα 200 εκατομμύρια αθώων θυμάτων, η αποκήρυξη της επι­στή­μης, της φι­λο­σοφίας, της λογικής, της κριτικής, κλπ., έχουν καταγραφεί σε πάρα πολ­λούς τό­μους της παγκόσμιας βιβλιογραφίας και έρευνας. Η ιστορία αυτή της Χριστια­νικής λαίλα­πας, μάστιγας και σκότους τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή είναι το χει­ρό­τερο κα­κό που συνέβη μέχρι στιγμής στην ανθρώπινη ιστορία. Ο κάθε ενδι­α­φε­ρό­με­νος μπορεί να ερευ­νήσει και να μελετήσει ανεπηρέα­στα, αρκεί να το θελήσει. Δεν θα επαναλάβομε τα ήδη γεγραμμένα στην παρούσα μελέτη. Ας μην ξεχνάμε τις πρά­ξεις του Κωνσταντίνου, του Θεοδοσίου, του Ιουστινιανού, πάρα πολλών κληρι­κών όλων των βαθμίδων, μοναχών, καλογήρων, κ. ά., και στην Δύση και στην Ανα­τολή, (π. χ. το σφαγείο στρατόπεδο συγκεν­τρώ­σε­ως της Σκυθοπόλεως της Πα­λαι­στί­νης, κλπ.)

Το ότι: «Ο Χριστιανισμός είναι η τέλεια και αληθινή, ευγενής και ανθρωπιστι­κή θρησκεία της αγάπης» αποδει­κνύεται, για μια ακόμα φορά, ότι είναι ένα, αλλά όχι το μόνο, μεγάλο ψέμα της χρι­στι­ανικής προπα­γάνδας. Αυτό που ισχυρίζονται πολλοί, ότι τον τέ­λειο Χριστιανι­σμό τον χάλασαν οι άνθρωποι, και ειδικά μετά το μέγα τέρας τον Κων­σταντίνο, δεν ευσταθεί καθόλου, ούτε από θεολογικής ούτε από ιστορικής, κοι­νωνι­κής και ψυχολο­γικής απόψεως. Πριν τον Κωνσταντίνο, αλλά και μετά, υπήρ­χαν πολλοί Χριστιανισμοί όπου ο καθένας έλεγε ό,τι νόμιζε και ό,τι τον συνέφερε. Ο Ειρηναίος στο έργο του Κατά των Αιρετικών (180-185 Κ. Ε.) αποκαλεί τους κατά τον ορισμό του μη ορθοδόξους αιρετικούς και όργανα του διαβόλου, κλπ.

Χωρίς να επεκταθούμε, αναφέρομε ότι η αποτυχία και το χάλασμα του Χρι­στι­α­νι­σμού λόγω των ανθρώπων δεν στέκει καθόλου θεολογικώς για πολλούς λόγους. Εδώ ανα­φέρομε τον κυριότερο λόγο, ότι δηλαδή σύμφωνα με τα χριστιανικά δόγματα κατά τα έτη του Κυρίου και της Χά­ρι­τος η Εκκλησία, ο Κλήρος και ο Πιστός λαός προστατεύονται και καθοδηγούνται από την Θεία Προστα­σία και Πρόνοια και το Άγιο Πνεύμα. Άρα δεν μπορεί να υποπί­πτουν σε σφάλματα. Ο ίδιος ο αληθινός Θεός μπή­κε άμεσα και ενεργά μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι της ανθρωπότητας! Το βάπτι­σμα, το σημείο του σταυ­ρού, τα μυστήρια, η Παναγία και όλοι οι άγιοι εκδιώκουν τον Σατανά. Μετά αφού ο Γιαχβέχ είναι παντοδύναμος και πανάγαθος γιατί με μια κίνη­σή του δεν βγάζει τον Σατανά με τους Διαβόλους του από τη μέση ώστε εις το εξής η ατελής δημιουργία του να μείνει ήσυχη;

Αν και μπορούμε να πούμε ότι η σημερινή μορφή του Χριστιανισμού φτιά­χτηκε από τον αγριάνθρωπο Κωνσταντίνο, τον αρχιψεύτη Ευσέβιο και τα επιτελεία τους, οι θεολογικές θέσεις, αντιφάσεις, πολλές εντολές και πάρα πολλές πράξεις και «ιστορίες» της Παλαιάς Διαθή­κης καθώς και πολ­λές θε­ο­λογικές θέσεις, αντιφάσεις, διδασκαλίες, εντολές, και πρά­ξεις του ιδρυτή Ιησού Χριστού και των διαδόχων του Αποστόλων, της Καινής Δια­θή­κης, κλπ., εί­χαν ήδη καταδικάσει τον Χριστιανισμό σε πατα­γώδη αποτυχία από πάσης απόψεως και εκ προοιμίου. Όλα όσα συνέβησαν ήταν λογικά και αναπό­φευ­κτα παρε­πό­μενα, αποτελέσματα και προεκτάσεις όλων όσων έγιναν αρχές της χρι­στι­ανικής πί­στεως και εδογματίσθησαν από τα εντός και τα εκτός της Βίβλου. Το μόνο που έμε­νε ήταν να δοθεί στους χριστιανούς το πράσινο φως. Αυ­τό ακρι­βώς τους δό­θηκε από τον Κωνσταν­τί­νον και την μάνα του την Ελένη. Τα όσα έγραψαν, είπαν και έπραξαν οι επί­­σκοποι, οι πα­τριάρχες, οι πάπες, οι πα­τέρες, οι κα­λόγηροι και κάθε αξιωματούχοι της εκκλησίας γενικώς πριν και μετά τον Κωνσταν­τί­νον, όπως και πολλοί αυτο­κράτο­ρες και κυβερ­νή­­τες που τον διαδέχθηκαν, ήταν από­λυτα ευθυ­γραμμισμένα με αυτή την κατα­στρο­φική θεο­λο­γία και παρά­λο­γη «λογική». Δεν πρό­κει­ται καθόλου για πα­ρέκ­κλιση ή πα­ρε­ξήγηση.

Ένα απλούστατο παράδειγμα σχιζοφρενικής λογικής και καταστροφικής θεο­λογίας το οποίο έχει σχέση με το εδώ θέμα μας και ακούμε συχνά είναι το εξής. Η χρι­στι­α­νι­κή θεολογία, εκτός από την ύπαρξη των απειραρίθμων και πανταχού παρόν­των δια­βόλων, δικαιολογεί την ύπαρξη κάθε κακού στον κό­σμο (δισε­κα­τομ­μυρίων επι­βλα­βών ιών και μικροβί­ων, εκατομμυρίων ασθενειών, χιλιάδων φυ­σικών κατα­στρο­φών, συνεχών κατασπαράξεων ζώων από άλλα ζώα, απείρων αδικι­ών, πόνου, θλίψης, πέν­θους, λύπης, στεναγμού, … και ο κατάλογος συνεχίζεται επ’ άπειρον) διά της ατε­λεύ­τητης ορ­γής του Θεού της (Γιαχβέχ), ένεκα των ανθρω­πί­νων αμαρτιών και κυ­ρίως λό­γω του προπα­τορικού αμαρτήματος. Ο Θεός λόγω του προπα­τορικού αμαρ­τήματος του Αδάμ και της Εύας καταράστηκε εσαεί ολόκληρη τη δημιουργία Του και συνεχώς εξορ­γίζεται μαζί της ένεκα νέων ανθρωπί­νων αμαρτιών ώστε να παίρνει συ­νε­χώς εκδί­κη­ση μέσω των απείρων κακών που δημιουργεί. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά επιτρέπει ακόμη στον σα­τανά και στους υπηρέτες του διαβόλους να σκαν­δαλί­ζουν συνεχώς τους ανθρώπους, να τους ωθούν προς την αμαρτία και το κα­κό, να τους προ­ξε­νούν πολ­λά κακά και έτσι να υπο­νο­μεύουν συνεχώς την «τέλεια» δη­μιουργία του Παν­τοδυνάμου. Π. χ. οι ασθένει­ες είναι προϊ­όν­τα των δαι­μό­νων (Ματ­θαίος 12: 43-45, Λουκάς 11: 24-26, Πράξεις 8: 7, κλπ.). Ακόμα η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία, δηλαδή η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, Ματ­θαίος 12: 31-32 και Μάρκος 3: 28-29, έγινε η αιτία ανιάτων ενοχών, καταρρακώσεως της προσωπι­κό­τη­τας και κατα­στρο­φής της ζωής χιλιάδων ανθρώπων. Όλα αυτά όμως δεν στάθηκαν αρ­κε­τά για τον φιλεύ­σπλαχνο Θεό Πα­τέρα και έτσι μας έχει επιφυλάξει πολλά άλλα πολύ χειρότερα για την μετά θάνατον ζωή! Είναι αδύνατο να βρεθεί θρησκεία τόσο κα­τα­στρο­φική, κατα­πιεστική, αντιφα­τι­κή, εκδικητική, εκφοβιστική και εκβιαστική όσο η εβραιοχρι­στια­νική! Με­τά όμως γυρ­νάνε οι χριστιανοί, αρχής γενομένης με τον Ιωάννη τον Ευ­αγγελιστή και Θεολόγο να μας ανα­κοι­νώ­σουν με απόλυτη βε­βαι­ότητα, χιούμορ και θράσος ότι «ο Θεός αγά­πη εστί όλως» και ότι ήταν ο Χρι­στια­νι­σμός εκείνος που έφε­ρε το μή­νυ­μα της αγάπης και της συγχώρεσης στον κόσμο. Μας λένε επίσης με «πλή­ρη γνώ­ση και βεβαιότητα» ότι όλα αυτά τα άπειρα και ανατριχιαστικά κακά τα επι­τρέπει ή τα προκαλεί ο Πανά­γαθος διά παι­δα­γωγικούς λόγους!

«ΈΛΑ ΝΑ ΣΕ ΚΑΨΩ ΓΙΑΝΝΗ, ΝΑ ΣΕ ΚΑΨΩ ΓΙΑ ΝΑ ‘ΓΙΑΝΕΙΣ!»

Από κοινωνικής, ψυχολογικής, κλπ. απόψεως όπου επικράτησε ο Χριστιανι­σμός τα έκανε μαντάρα. Προέκυψε: Πόνος, θλίψη, φόβος, τρόμος, δεισιδαι­μο­νία, αναχωρητισμός, φό­νος, καταστροφή, αθλιότητα, βασανιστήρια, αγραμματοσύνη, βρωμιά, απλυσιά, αρρώστια, αντιερωτι­σμός, μυστικοκοπάθεια, νεύρωση, καχυποψία, μισαλλοδοξία, ενοχή, δυστυχία, εκμε­τάλλευση, αιρέσεις, εξοστρακισμοί, αφορισμοί, θρησκευτικοί αλλά και μη θρη­σκευ­τι­κοί πόλε­μοι, εκατομ­μύρια αθώα θύματα και όλο το κακό συν­α­πάντημα  Τα πράγματα έγινα τρισχειρότερα από ότι ήταν πριν!

Πολλοί αμαθείς ή πιθηκίζοντες θα ρωτήσουν, αν δεν είναι η αγάπη, τότε ποιο είναι το μήνυμα του Χριστιανισμού στον κόσμο; Η απάντηση είναι σύντομη και απλή. Πρώτα απ’ όλα ο Χριστι­α­νι­σμός δεν μας είπε τίποτα για την εδώ ζωή ή για την αγά­πη που δεν το είχαμε σκεφτεί, συζητήσει, αναπτύξει, και φιλοσοφή­σει πριν απ’ αυτόν. Όλη η θεολογική δικαιολογία υπάρξεως του Χρι­στι­ανισμού, με δυο λέξεις, βα­σί­ζε­ται στο προ­πα­το­ρικό αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας και την απολύτρωση του ανθρω­πί­νου γέ­νους από την αμαρτία και την ολοκληρωτική κατάρα του Πανάγαθου Θεού Πατρός Γιαχβέχ, ο οποίος «αγάπη εστί!». Με το «προπατορικό αμάρτημα» η αμαρτία, ωσάν Πλατωνική ιδέα, εισήλθε στον κόσμο και όλος κόσμος έπρεπε υπο­χρεωτι­κά να σωθεί απ’ αυτήν και την τρο­με­ρή οργή του Πανάγαθου Θεού, ο οποίος εκτός από τον Αδάμ και την Εύα καταράστηκε όλη τη δημιουργία και όλους τους απογόνους των εις πάντας τους αιώνας. Ο Παύλος υπερτονίζει αυτό το σημείο στις επιστολές του και η θεολογία του στρέφεται γύρω απ’ αυτό. Βλέπε π. χ. Προς Ρω­μαί­ους 5: 6-21, 6, 7, κ. α. Έτσι ο Θεός Πατήρ «σω­τη­ρίαν ηργάσατο εν μέσω της γης». Ο εξ­ευ­μενισμός της οργής του Φιλεύσπλαχνου έπρεπε να επιτευχθεί διά του θείου δρά­ματος. Όπως πε­ριγράφει η Καινή Διαθήκη, διά τεσσάρων τρόπων, αυτό παί­χτηκε διά της θυ­σίας του «ομοουσίου τω Πατρί» Υιού Του Θεού, Ιησού. Από δω και μπρος η Θε­ό­τη­τα μπήκε ενεργώς στο ιστο­ρικό γίγνε­σθαι της ανθρωπότητας. (Πριν άραγε απλώς έριχνε καμιά ματιά απ’ έξω όπως έλεγε και ο αρχιαιρεσιάρχης γνωστικίζων Μαρκίων;!). Από κει και πέρα αν πι­στέ­ψομε και κολλήσομε σ’ αυ­τή την ιστορι­ούλα σωθή­καμε. Αλλιώς, μας πήρε και μας σήκωσε!… Ο καταραμένος όφις του μύθου των πρω­το­πλά­στων τον οποίον η χριστιανική θε­ολογία ταύτισε με τον Σατανά (ή τον εω­σφόρο!) και οι υπη­ρέτες του διάβολοι (εκπεσόντες αστέρες!) μας περιμένουν στο άσβε­στο πυρ της αιωνίου κολάσεως για να μας περιποι­ηθούν με κάθε βασανι­στή­ριο που μπορεί ή δεν μπορεί να φανταστεί κάθε νοσηρά φαντασία. Αυτή εί­ναι η θε­ο­λο­γι­κή δικαι­ολό­γηση και κα­τα­ξίωση του Χριστια­νισμού όπως την διατύπωσαν οι φω­στή­ρες του. Αυ­τή έγινε και η αιτία κάθε βίας, μι­σαλ­λο­δο­ξίας, και συμφο­ράς! Η σχετική αγά­πη και συγχώρεση λοιπόν έξω από τις κατά τό­πους κλειστές ομά­δες των θρη­σκο­λή­πτων του Χριστιανισμού δεν υπ­ήρχε ευ­θύς εξ’ αρχής ή πήγε πε­ρί­πατο. Ήταν κού­φια λό­για και φούμαρα, όπως σα­φώς φα­νε­ρώνουν τα γραπτά της ολο­κλήρου της Βί­βλου και ειδικά της Καινής Δια­θή­κης, ολόκληρη η Χριστιανική Ιστορία και χίλια δυο άλλα κανονικά ή αιρετικά και απόκρυφα γρα­πτά!… Αν υπάρχει κάτι που να καθορίζει την κεντρική ιδέα και το άξονα περιστροφής της θεο­λογίας του Χριστιανισμού αυτό είναι η άνευ ορίων οργή του «Παντοδυνάμου και Παναγάθου Γιαχβέχ» και ο συνεχής και άκρατος εκφοβι­σμός μαζί με τον αέναο αγώνα κατά του σατανά και την από στι­γμή σε στιγμή εσχατολογική κρίση. Οργή, φόβος, τρό­μος, σατανάς, διάβολοι, προ­σμονή της τελικής κρίσεως…  Πάνω απ’ όλα όμως ο εκφοβισμός!

Μήνυμα λοιπόν: Θέλετε δεν θέλετε, υποχρεωτική σωτηρία από την ασυγκρά­τη­τη οργή του πανά­γαθου Γιαχ­βέχ, συμμετοχή στον αδιάκοπο αγώνα κατά του Σατανά και των διαβόλων, απόλυτη προετοιμασία εν όψει μιάς άμεσης εσχατολογίας συγκαλυμ­μέ­νης με μια αποκαλυπτική, καταστροφική και σωτηριολογική θεολογία περί θεϊκής δικαι­οσύνης και αιωνίου τιμωρίας!

Αντί του εντός των χριστιανικών ομάδων περιορισμένου ή του γενικώς αορί­στου «αγαπάτε αλλήλους» η κεντρική ιδέα του Χριστιανι­σμού αντιπρο­σωπεύεται κυριολεκτικά με το «εκφοβίζετε αλλήλους»! Ο άκρατος εκ­φοβισμό­ς δηλαδή. Λοιπόν και ‘σεις αγαπητοί ανα­γνώστες μελετήσετε, κρίνετε και καταγγείλετε.

Διδάκτωρ Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μ. Ρούσσος

Καθηγητής Μαθηματικών

Ερευνητής Βιβλικών και Χριστιανικών ζητημάτων


[1] Σημειώστε ότι τα εδάφια: Ματθαίος 13: 44, 24: 43-44, 25: 14-30, Μάρκος 3: 27, Λουκάς 12: 39, 16: 1-7, 18: 1-8, 19: 11-27 είναι ανήθικες παραβολές ή παραβολές με ανήθικους ήρωες μέσα στο ιερό βιβλίο, οι οποίες ελέ­χθησαν από το στόμα του Ιησού Χριστού.

[2] Η Επιστολή Β΄ Πέτρου θεωρείται ψευδεπίγραφη από πολλούς ειδικούς για πολλούς λόγους. Συμ­φω­νώ και ‘γω μαζί τους. Έτσι αυτή η μοναδική περί Παύλου αναφορά στις επτά Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψιν έχει πο­λύ ύποπτο περιεχόμενο, χα­ρακτήρα και προ­έλευση. Το περιεχόμενό της είναι απα­ράδεκτο από θεολογικής και ιστορικής από­ψεως ώστε δεν είναι δυνατό να την έγραψε ο Πέτρος πριν το 66 Κ. Ε., το έτος θανάτου του Πέτρου. «και την του Κυρίου ημών μακροθυμίαν σωτηρίαν ηγείσθε, καθώς και ο αγαπητός ημών αδελφός Παύλος κατά την αυτώ δοθείσαν σοφίαν έγραψεν υμίν, ως και εν πά­σαις ταις επιστολαίς λαλών εν αυ­ταίς περί τούτων, εν οίς εστι δυσνόητά τινα, α οι αμα­θείς και αστήρι­κτοι στρεβλούσιν ως και τας λοι­πάς γραφάς προς την ιδίαν αυτών απώλειαν.».

[3] Ο Πάπυρος 75 (Ρ75), ο οποίος χρονολογείται πε­ρί το 200 Κ. Ε. (15 χρόνια μετά την έκδοση των Ευαγ­γε­λίων από τον Ειρηναίο), περιέχει ένα μικρό κομμάτι από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον στο οποίο δεν υπάρχει το πρώτο ήμισυ του στίχου 23: 34, δηλαδή το κομμάτι: «ο δε Ιησούς έλεγε· πάτερ, άφες αυ­τοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.» ενώ έπρεπε να ευρίσκετο εντός του κειμένου που περιέχει. (Το δεύ­τε­ρον ήμισυ του στίχου είναι: «διαμεριζόμενοι δε τα ιμάτια αυτού έβαλον κλή­ρον.», το οποίον είναι ανα­κόλουθο ως προς το πρώτο και είναι κλεμμένο από τους Ψαλμούς 21 ή 22 στίχος 13!). Αυτό το σημαν­τικότατο και νευραλγικό κομ­ματάκι, στο οποίο ο Ιησούς συγχωρεί από τον σταυρό αυ­τούς που τον εστραύρωσαν ανα­φέ­ρε­ται μόνο στο Κατά Λουκάν και πουθενά αλ­λού, αλλά αυτός ο πά­πυρος δεν το περιέχει. (Βλέπε: Bart D. Ehrman, Misquoting Jesus, σελίδες 190 – 195.). Έχο­με λοιπόν και εδώ άλλη μια απόδειξη ότι στα Ευ­αγ­γέ­λια έχουν γίνει πολλές προσθα­φαι­ρέ­σεις σύμφωνα με τις ανάγκες των και­ρών και της πίστεως και συνεπώς δεν είναι τα ίδια με αυτά που πρωτοσυνέταξε ο Ειρηναίος!

[4] Ο σπουδαίος ερευνητής Bart D. Ehrman (καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πολιτείας North Caroli­na, at Chapel Hill, ο οποίος θεωρείται αυθεντία στα χριστιανολογικά θέματα) στο εξαιρετικό βιβλίο του Misquoting Jesus (Λανθασμένες Αναφορές στον Ιησού) πραγματεύεται ένα πλήθος παρεμβολών και χαλκεύσε­ων εντός των Ευαγγελίων και αναπτύσσει τους λόγους διά τους οποίους τα υπό εξέταση κεί­μενα απεδείχθησαν ότι είναι παρεμβολές και χαλκεύσεις. Στις σελίδες 62-69 εξηγεί τους αδιάσειστους λόγους δια τους οποίους το κείμενο αυτό του Ιωάννου δεν υπήρχε στο πρωτό­τυπο αλλά είναι υστερό­τερη παρεμβολή. Ο αριθμός χαλ­κεύ­­σεων, μικρών και μεγάλων, σε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη που έχει εξακριβωθεί από τους ειδικούς είναι τεράστιος. Αποτέλεσμα, η Καινή είναι έργο μιας διαστρε­βλω­μένης και καταστροφικής πίστεως και θεολογίας που διαμορφώθηκε μέσα σε πολλές εκατον­τάδες χρόνων και δεν έχει καμία απολύτως ιστορική αξία! Τί να πρωτο­θαυμά­σει κανείς από τον κυκεώνα των χριστι­ανικών θεο­πνεύστων παραχαράξεων!…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: